Η Αποστολού Παντελή για την τελευταία νύχτα του Μόδεστου, πρώτου ήρωα της ΕΟΚΑ

Συγκίνηση αισθάνθηκα, όταν πριν λίγες μέρες βρέθηκα στο σπίτι του πρωτομάρτυρα της ΕΟΚΑ Μόδεστου Παντελή στο ηρωικό Λιοπέτρι, μαζί με αγωνιστές του έπους του 1955-59. Η συγκίνησή μου, μάλιστα, απέληξε σε δάκρυα και σκίρτημα εθνικής περηφάνιας, όταν βρέθηκα στο υπνοδωμάτιο του ήρωα, με στρωμένο να λάμπει από καθαριότητα και με επιμέλεια που εντυπωσιάζει, το κρεβάτι του με ελληνικά χρώματα και τη φωτογραφία του ακριβώς από πάνω να δίνει νοερά την παρουσία του.

Εξινταδύο ολόκληρα χρόνια από τη θυσία του, όμως το κρεβάτι, με το παραδοσιακό σκλουβέρι και τις δεκάδες φωτογραφίες στους τοίχους και σε διπλανούς χώρους, μόνο συγκλονισμό προκαλούν στον επισκέπτη. Είναι στιγμές, που με ιλιγγιώδη ταχύτητα διαπερνούν τη σκέψη σου όλα τα γεγονότα του τετράχρονου αγώνα και ειδικά το γεγονός της προσπάθειας των αγωνιστών να προκαλέσουν βραχυκύκλωμα και να βυθίσουν στο σκοτάδι την Κύπρο, με τον 31χρονο τότε Μόδεστο, παντρεμένο με δύο παιδιά, να πέφτει νεκρός στο χώμα από ηλεκτροπληξία…

Ο συγκλονισμός μου όμως μεγάλωσε, αφού συνδυάστηκε με πολλή έκπληξη και θαυμασμό, όταν είδα τη σύζυγο του ήρωα, Αποστολού, μια μαυροφορεμένη γυναίκα με το πατροπαράδοτο κυπριακό τσεμπέρι στο κεφάλι, να μας υποδέχεται με πολλή θέρμη και με τα χέρια ανοικτά, σαν γνώριμους χρόνια. Με δάκρυα χαράς να πλημμυρίζουν το πρόσωπό της. «Ευχαριστώ πάρα πολύ που με σκέφτεστε», μας είπε αυθόρμητα. «Και όποτε θέλετε, το σπίτι μου είναι ανοικτό. Είμαι πάντα συγκινημένη όταν βλέπω ανθρώπους που τιμούν τη θυσία του άντρα μου»…


«Την ημέραν που εγίνην η μάχη του αχυρώνα και το Λιοπέτρι εσούζετουν που τις πόμπες και εππέφταν οι σφαίρες σιονωτές, τα μωρά μου ετρέμαν. Μα εγώ που μέσα μου σκεφτόμουνα τον Μόδεστον και έλεγα πως ο σπόρος που έριξε στον αγώνα ήτουν καλός. Τζιαι με τέτοια παλικάρια, θα ερχόταν η ώρα να φύουν οι Εγγλέζοι».


Εμφανή είναι στο πρόσωπό της τα ίχνη των δυσκολιών που πέρασε τόσα χρόνια, αετίσιο όμως το βλέμμα της και καθαρή, σταθερή, η φωνή της. Αμέσως, μετά τις γνωριμίες, δεν έχασα την ευκαιρία να την παρακαλέσω να θυμηθεί το μοιραίο για τον αθάνατο άντρα της περιστατικό, που τον κατέταξε στο πάνθεο των αθανάτων της κυπριακής ελευθερίας. Κι αυτή, ολοπρόθυμα ανταποκρίθηκε. Με τη νύφη της, όμως, να την προλαμβάνει, λέγοντας δυνατά: «Πού είναι τα κανάλια τόσα χρόνια να έρθουν και να μιλήσουν με την πεθερά μου; Και γιατί αυτό;» Πικρό όντως το παράπονο και απόλυτα δικαιολογημένο, όμως εμείς δεν είχαμε απάντηση.

«Το σινεμά δεν έχει εισιτήρια για γυναίκες..»

«Ήταν», μας είπε η κυρά Αποστολού, «νωρίς το βράδυ της 31ης Μαρτίου 1955, όταν ο Μόδεστος μου είπε πως θα πήγαινε κάτω στο σωματείο, όπως συνήθιζε. Πήγε, όμως σε διάστημα λίγης ώρας επέστρεψε μαζί με τον αδελφό του Παναγιώτη και μου είπε: “Αποστολού, ντύθου να πάμε σινεμά”. Άρχισα να ετοιμάζομαι, όμως δεν πρόλαβα να τελειώσω και μου είπε πάλι:

— “Μείνε να πάμεν άλλην νύχτα και πόψε δεν έχει εισιτήρια για γυναίκες!.. Μόνον για άντρες έχει!.. Να πάμεν μιαν άλλην νύχταν, να πάρουμε και τα μωρά”. Τα μωρά μας ήταν ο Παντελής και ο Παναγιώτης. Ο πρώτος τεσσεράμισι χρονών και ο δεύτερος τριών.

Εκείνη την ώρα κτύπησε η πόρτα και άκουσα κάποιον να φωνάζει: «Μόδεστε, είσαι έτοιμος; Άτε πάμε…». Με έβαλε τότε στην αγκαλιά του και με φίλησε. Το ίδιο έκαμε και στα παιδιά, λέγοντάς τους:

– Όι να κοιμηθείτε!.. Να με περιμένετε τζι εν να ’ρτω γλήορα… Και πόψε δεν θα σας πω παραμύθι. Θα σας πω μιαν μεγάλην ιστορία. Μετά θα παίξουμεν λλίο και θα κοιμηθούμεν αγκαλιά!..

Και έφυγε. Το αυτοκίνητο που θα τον μετέφερε ήταν έξω στον δρόμο και περίμενε. Εγώ, αναμένοντας να επιστρέψει, δεν κοιμήθηκα. Καθόμουν και περίμενα. Ο αδελφός του ο Κυριάκος, που ήξερε πού θα πήγαινε, μέχρι το πρωί ήρθε αρκετές φορές και με ρωτούσε: “Αποστολού, ήρτεν ο Μόδεστος;” και, όταν του έλεγα “όχι”, έφευγε αμίλητος. Όταν ξημέρωσε η άλλη μέρα 1η του Απρίλη, ήρθε πάλι ο Κυριάκος και μου υπόβαλε την ίδια ερώτηση: “Αποστολού, ήρτεν ο Μόδεστος;” Όταν του είπα “όχι”, κούνησε την κεφαλή του, έβαλε το σταυρό του και είπε: “Παναγία μου, Παναγία μου!…’Επρεπεν να ’ρτει… Γιατί εν ήρτεν ώς τωρά; Να πάω κάτω να δω…”

«Θέλουμεν το παπάν μας!..»

 

Πήγε κάτω και σε λίγη ώρα επέστρεψε και μας έφερε το κακό μαντάτο: “Ο Μόδεστος εσκοτώθηκεν!..» Έβαλε τότε ο Κυριάκος τα μωρά στ’ αγκάλια του, τα φίλησε κλαίοντας και τους είπε: “Εκατάφερέν μας την ο πατέρας σας!.. Επήεν να κόψει το ρεύμαν τζιαι έπαθεν ηλεκτροπληξίαν τζι επέθανεν!”

Άρχισα τότε να κλαίω, όπως και τα μωρά, που φώναζαν: “Παπά…παπά!” και με ρωτούσαν συνέχεια εμένα: “Μάμμα, γιατί επέθανεν ο παπάς μας; Θέλουμεν τον παπάν μας!..”

Σε λεπτά μέσα, γέμισε το σπίτι μας κόσμο, που ζητούσε να μάθει πώς πέθανε ο Μόδεστος. Το τι συγκλονιστικές σκηνές διαδραματίστηκαν και πόσο κλάμα έγινε εκείνη την ημέρα, δεν μπορώ να περιγράψω. Την επομένη έγινε η κηδεία, στην παρουσία χιλιάδων κόσμου. Την κηδεία έκαμε ο Παπαγεώργιος από τη Σωτήρα, με τον οποίο ο άντρας μου ήταν φίλοι και συναγωνιστές.

Αυτό που θέλω να τονίσω τελειώνοντας, είναι ότι ο Μόδεστος προαισθανόταν ότι θα θυσιαζόταν στον αγώνα. Και μου έλεγε με κάθε ευκαιρία:

– “Αποστολού, όταν πεθάνω θέλω πάνω στον τάφον μου να κυματίζει η ελληνική σημαία!”

Κι αυτό γίνεται μέχρι σήμερα». 

Πώς το ρεύμα κεραυνοβόλησε τον ήρωα

Ήταν μισή ώρα μετά τα μεσάνυχτα της Πέμπτης 31ης Μαρτίου 1955, όταν οι αγωνιστές της ΕΟΚΑ Ανδρέας Κάρυος και Μόδεστος Παντελή, προσπαθούσαν να προκαλέσουν βραχυκύκλωμα στη γραμμή υψηλής τάσης του ηλεκτρικού ρεύματος, μεταξύ Αυγόρου και Λιοπετρίου. Αυτή ήταν η διαταγή του Αρχηγού του αγώνα Διγενή, με σκοπό το γεγονός να σημάνει την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα, αλλά και να βοηθήσει τους αγωνιστές στις δυναμιτιστικές τους ενέργειες, ειδικά στην επισταθμία Δεκέλειας όπου θα δρούσε ομάδα υπό τον Γρηγόρη Αυξεντίου, πρώτο τομεάρχη Αμμοχώστου. Μαζί με τους Κάρυο και Μόδεστο, ήταν αρχικά και ο δίδυμος αδελφός του δεύτερου, Κυριάκος, ο οποίος, όμως, αποχώρησε προτού αρχίσουν την προσπάθεια. Έπρεπε ως οδηγός, να πάει σε άλλη αποστολή.

Την όλη επιχείρηση είχε σχεδιάσει ο ίδιος ο Αυξεντίου, που είχε επιλέξει έγκαιρα και το σημείο διακοπής του ρεύματος. Είχε φροντίσει να πάει επίσης στο πατρικό σπίτι του Κάρυου, απ’ όπου πήρε τα απαραίτητα: Γαλότσες, γάντια, σχοινί που ήταν ήδη έτοιμο έχοντας στη μέση αλυσίδα και δύο μεγάλα ξύλα (μορίνες) με «διχάλα» στο πάνω μέρος τους, που θα βοηθούσαν στο τράβηγμα του σχοινιού προς τα κάτω, αλλά και για να προφυλαχτούν από το ρεύμα.

Η ομάδα Λιοπετρίου είχε πάει εκείνο το βράδυ στην Αμμόχωστο, στο σπίτι του αγωνιστή Ανδρέα Παρπούνα, από τη Λύση, που ήταν πελεκάνος στο Βαρώσι. Τους είχε καλέσει εκεί ο Αυξεντίου, ο οποίος τους ανακοίνωσε ότι «αρχίζει η δράση» και ότι ο ίδιος, οι τέσσερις αδελφοί Παντελή –Μόδεστος, Κυριάκος, Χριστοφής και Παναγιώτης– όπως και οι Χρίστος Σαμάρας και Μιχαήλ Κουρτής (μετέπειτα ιερέας Λοιπετρίου) θα έπαιρναν μέρος σε επιχειρήσεις το ίδιο βράδυ. Φεύγοντας ο Αυξεντίου, μισή ώρα πριν από τα μεσάνυχτα, είχε πει στον Κυριάκο Παντελή, «να περάσετε με τον Μόδεστο και από το Αυγόρου, για να πιάσετε και τον Κάρυο και μαζί του να πάτε όπου σας πει». Πήραν πράγματι τον Κάρυο και, με την υπόδειξη του, κατέληξαν στον χώρο όπου θα γινόταν το σαμποτάζ. Ο Κάρυος είχε για όλα προσυνεννοηθεί με τον Αυξεντίου.

«Θα μείνω, για να βοηθήσουμε τ’ αδέρκια μας»

Φτάνοντας εκεί, ο Κυριάκος θύμισε στον Μόδεστο την εντολή του «Μάστρου» (Αυξεντίου), ότι δεν έπρεπε να πάρουν μέρος στην επιχείρηση και οι δύο, όμως ο Μόδεστος τού είπε: «Εγιώ δεν θα φύω! Θα μείνω με τον συμπέθερο τον Ανδρέα (Κάρυο), να βοηθήσουμε τ’ αδέρκια μας τζιαι κινδυνεύκουν!..» Επενέβη τότε ο Κάρυος που επιβεβαίωσε την εντολή του Αυξεντίου, όμως ο Μόδεστος επέμενε σε τέτοιο βαθμό, που παρέμεινε εκεί. Έτσι, αυτός που έφυγε, ήταν ο Κυριάκος.

Την καθορισμένη ώρα του σαμποτάζ, ο Κάρυος προσπάθησε τρεις φορές να περάσει το σχοινί πάνω από τα καλώδια, όμως δεν τα κατάφερε. Πέφτοντας όμως το σχοινί στη γη μούσκεψε (οι βροχές τις μέρες εκείνες στην περιοχή ήταν κατακλυσμιαίες) και αμέσως από κακό, μετατράπηκε σε καλό αγωγό του ηλεκτρισμού. Με δεδομένη την άνοια περί τούτου των δύο αγωνιστών. Όταν σε επόμενες προσπάθειες ο Κάρυος μπόρεσε και πέρασε το σχοινί πάνω από τα καλώδια, αυθόρμητα έτρεξε στην άλλη πλευρά ο Μόδεστος για να το τραβήξει κάτω, λέγοντας στον Κάρυο: «Γλήορα τζι επέρασεν η ώρα τζιαι τ’ αδέρκια μας θα κινδυνέψουν»! Εννοούσε την ομάδα Αυξεντίου, που είχε πάει στη Δεκέλεια. Τη στιγμή εκείνη, όμως, ο Μόδεστος κεραυνοβολήθηκε από το ισχυρότατο ρεύμα, αφού μόλις η αλυσίδα άγγιξε τα καλώδια το ρεύμα μεταδόθηκε αστραπιαία στο σχοινί που τραβούσε και ο πρωτομάρτυρας του αγώνα έγινε κυριολεκτικά κάρβουνο!..

Τον νεκρό ήρωα φορτώθηκε τότε στον ώμο ο Κάρυος και τον απέθεσε σε εμφανές σημείο του δρόμου προς το Λιοπέτρι, κάτω από ακακίες. Έτσι στη συνέχεια έτρεξε στο πατρικό του στο Αυγόρου όπου ξύπνησε τον αδελφό του Γιώργο (ο οποίος αργότερα, τον Οκτώβρη του 1958, έπεσε μαχόμενος στον Αστρομερίτη) και του σύστησε να πάρει το τρακτέρ του και να πάει στο Λιοπέτρι και να πει στις οικογένειες Παντελή (στους συμπεθέρους τους δηλαδή), ότι «ερχόμενος από το Αυγόρου, είδε στο δρόμο έναν νεκρό, που ήταν ο Μόδεστος». Με τον τρόπο αυτό, προσπάθησε και πέτυχε την απόκρυψη της πραγματικής αιτίας θανάτου του ήρωα. Για λόγους ευνόητους.

Ο Κάρυος φρόντισε επίσης να δώσει στη μητέρα του τα ρούχα που φορούσε εκείνο το βράδυ για να τα κάψει, όπως και έγινε. Την επομένη και ενώ γινόταν η κηδεία του Μόδεστου, οι αδελφοί Ανδρέας και Γεώργιος Κάρυος συλλαμβάνονταν από την Αστυνομία. Μεταφέρθηκαν στην Αμμόχωστο όπου και κρατήθηκαν για 15 μέρες αλλά, ενώ η ράχη του Ανδρέα είχε εμφανή τα ίχνη εγκαυμάτων, που προκλήθηκαν από το ρεύμα την ώρα που ο Μόδεστος υπέστη την ηλεκτροπληξία, οι Άγγλοι δεν το αντιλήφθηκαν, αφού οι ανακρίσεις με τα άγρια βασανιστήρια και τα ξεγυμνώματα δεν είχαν ακόμη αρχίσει.

Καλλιμάρμαρο μνημείο

Στον χώρο θυσίας του Μόδεστου Παντελή οι αγωνιστές Αμμοχώστου έχουν ανεγείρει καλλιμάρμαρο μνημείο, στο οποίο περιλαμβάνονται μεγάλες εγχάρακτες πινακίδες για τον ήρωα, τα ολοκαυτώματα Μαχαιρά, Δικώμου και Λιοπετρίου, τους πεσόντες σε μάχη κατά τη διάρκεια του αγώνα, όσους πέθαναν από βασανιστήρια, τους σφαγιασθέντες και δολοφονηθέντες από Τούρκους, τους απαγχονισθέντες, τα θύματα του Αγώνα, τον όρκο τη ΕΟΚΑ και της Φανερωμένης κ.λπ.

Επίσης, δημιούργησαν μεγάλο κουβούκλιο με τις φωτογραφίες των 108 ηρώων, όπως και αγαλμάτινες προτομές τους. Στην περιοχή έχει ανεγερθεί και εκκλησάκι αφιερωμένο στον Άγιο Μόδεστο, τον Πρωτομάρτυρα Στέφανο και τον Απόστολο Ανδρέα, προς τιμήν των Μόδεστου Παντελή και Ανδρέα Κάρυου, ενώ στην περιοχή φυτεύτηκαν 111 κυπαρίσσια. Τα 108 σε ανάμνηση της θυσίας των ισάριθμων ηρώων της ΕΟΚΑ, τα δύο για τους αρχηγούς του αγώνα, Μακάριο και Διγενή, και το ένα για τον άγνωστο στρατιώτη.

Την τιμά το χωριό της

Η ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ Μόδεστου Παντελή ζει τις περισσότερες μέρες στο Μέλαθρο Αγωνιστών ΕΟΚΑ. Λίγες μέρες πάντα πριν το μνημόσυνο και τη θυσία του άντρα της, επιστρέφει στο χωριό και το σπίτι της, που θυμίζει πιο πολύ μουσείο του αγώνα. Εκεί, την επισκέπτονται σχολεία της περιοχής, καθώς η μπάντα και η χορωδία του «Αχυρώνα» Λιοπετρίου. Της αφιερώνουν κάθε χρόνο τα τραγούδια του αγώνα, ενώ μικροί και μεγάλοι φιλούν το χέρι της γυναίκας του πρώτου νεκρού της ΕΟΚΑ.

Μνημείο 1ης Απριλίου 1955 Ε.Ο.Κ.Α

It is a monument which is located in Avgorou, Famagusta, Cyprus. It is dedicated to two heroes, Modestos Panteli and Andreas Karyos and Saint Stephanos. Modestos Panteli and Saint Stephanos was the first who gave their life. Saint Stephanos gave his life for Christian Orthodoxy; Modestos Panteli was the first who died in the battle for freedom in 1955-59. 

>>> Πάνος Καμμένος: Η απελευθέρωση της Κύπρου είναι εθνική επιταγή

>>> Ο Ελληνισμός τίμησε τους ήρωες της ΕΟΚΑ

One thought on “Η Αποστολού Παντελή για την τελευταία νύχτα του Μόδεστου, πρώτου ήρωα της ΕΟΚΑ

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s