The Atlantic: Τι μαθαίνουν οι δημοκρατίες από το πειραματικό λαϊκίστικο πτώμα της Ελλάδας

Οι λαϊκιστές στην Ελλάδα είχαν δίκιο να κατηγορούν την ελίτ αλλά δεν είχαν λύσεις.

Ενώ η κρίση στην Ελλάδα δεν πρωτοστατεί πλέον στους διεθνείς τίτλους όπως κάποτε, τα προβλήματα της χώρας ποτέ δεν επιλύθηκαν αναφέρει το αμερικανικό περιοδικό πολιτικής ανάλυσης The Atlantic. 

Η Ελλάδα παραμένει η μόνη χώρα της ευρωζώνης που εξακολουθεί να υπόκειται σε ένα κοινό πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής και διαρθρωτικής μεταρρύθμισης της Ευρωζώνης και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.

Στο τελευταίο επεισόδιο της μακρόχρονης προσαρμογής, η πρόσφατη ολοκλήρωση μιας κρίσιμης αξιολόγησης ανοίγει το δρόμο για την αποδέσμευση κεφαλαίων διάσωσης ύψους $7,6 δισεκ. δολ. στην Ελλάδα από τους πιστωτές της σε αντάλλαγμα για περαιτέρω περικοπές και αυξήσεις φόρων.

Τα προβλήματα της Ελλάδας χρονολογούνται από το 2010.

Αντιμετωπίζοντας ένα τεράστιο έλλειμμα του προϋπολογισμού που προκλήθηκε από τα υπερβολικά ελλείμματα σε μια εποχή αυξανόμενου παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού κινδύνου, η Ελλάδα απέτυχε να αναχρηματοδοτήσει το τεράστιο χρέος της.

Ως μέλος της Ευρωζώνης και οφειλέτης σε αρκετές μεγάλες ευρωπαϊκές τράπεζες, μπόρεσε να αποφύγει την αθέτηση υποχρεώσεων, διασφαλίζοντας τη διάσωση από τους ευρωπαίους εταίρους της, οι οποίοι, με τη βοήθεια του ΔΝΤ, ζήτησαν μια επαχθή δημοσιονομική προσαρμογή.

Με ή χωρίς διάσωση, μια προσαρμογή τέτοιου μεγέθους ήταν τόσο αναγκαία όσο και επώδυνη.

Ωστόσο, το βιαστικά σχεδιασμένο και ανεπαρκώς υλοποιημένο πρόγραμμα επιδείνωσε τις σημαντικές οικονομικές στρεβλώσεις της Ελλάδας – σε ένα μεγάλο και αναποτελεσματικό δημόσιο τομέα και ένα μη ανταγωνιστικό ιδιωτικό – προκαλώντας μια βίαιη οικονομική ύφεση συνοδευόμενη από μεγάλη ανεργία.

Τότε ξέσπασε και η θύελλα του κινδύνου Grexit.

Όλα αυτά επέτρεψαν την Ελλάδα να στραφεί στον λαϊκισμό, πολύ πριν από την νίκη Trump και το Brexit.

Στην πραγματικότητα, το πείραμα της Ελλάδας στον λαϊκισμό απέτυχε. Σε γενικές γραμμές η Ελλάδα απέδειξε ότι τα πολιτικά κινήματα που ξεκινούν από το περιθώριο για να αμφισβητήσουν την πολιτική καθεστηκυία τάξη στο όνομα του λαού, κηρύσσοντας ανένδοτο με σαρωτικές αλλαγές και κακοποιώντας τις «ελίτ» αποτυγχάνουν.

Με την αναβάθμιση της συμβατικής πολιτικής πρακτικής οι λαϊκιστές εξασφαλίζουν ένα πολιτικό πλεονέκτημα σε μια περίοδο κρίσης, αλλαγής και αβεβαιότητας.

Ωστόσο, όπως έδειξε το πείραμα της Ελλάδας, η διαταραχή αυτή είναι πολύ δαπανηρή.

Ο ισχυρός ρόλος των ξένων – δανειστές – μπορεί να οδηγήσει σε νίκη τους λαϊκιστές, αλλά δεν τους βοηθάει να επιζήσουν σε μια περίπλοκη πραγματικότητα που απαιτεί σοβαρό, μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και συμβιβασμό.

Η πραγματικότητα είναι ο βωμός της αποτυχίας των λαϊκιστών.

Το 2010, λίγοι στην Ελλάδα είδαν το πρόβλημα στο βάθος του ορίζοντα.

Όταν έφτασε η μέρα της κρίσεως, οι ψηφοφόροι έσπευσαν να κατηγορήσουν το πολιτικό κατεστημένο, όπως αντιπροσωπευόταν από το κεντροαριστερό ΠΑΣΟΚ και την κεντροδεξιά Νέα Δημοκρατία – εύκολοι αποδιοπομπαίοι τράγοι που είχαν την εξουσία για πάνω από 40 χρόνια.

Όταν ξέσπασε η κρίση, το ΠΑΣΟΚ απορρόφησε το κύριο βάρος του φαινομένου της οικονομικής κατάρρευσης, με τους ψηφοφόρους να τιμωρούν και το ΠΑΣΟΚ από 43,9% το 2009 να υποχωρεί σε μόλις 12,3% μέχρι το 2012.

Παρόλο που η Νέα Δημοκρατία δέχτηκε σοβαρό πλήγμα, κατάφερε να διατηρήσει ένα σημαντικό μέρος της εκλογικής της βάσης.

Στις πρώτες εκλογές της περιόδου της οικονομικής κρίσης τον Μάιο του 2012, πολλά λαϊκίστικα κόμματα αγωνίστηκαν για να καλύψουν το χάσμα από το παραπαίον ΠΑΣΟΚ και τη Νέα Δημοκρατία.

Από την ακροδεξιά Χρυσή Αυγή και την άκρα Αριστερά έως τους Ανεξάρτητους Έλληνες και τον Συνασπισμό της Ριζοσπαστικής Αριστεράς (ΣΥΡΙΖΑ).

Επέκριναν την ελίτ ότι ήταν τόσο διεφθαρμένη όσο και ανεπαρκής αντιπατριωτική και υποσχέθηκαν μια επιστροφή στις καλές παλιές μέρες της ευημερίας που τροφοδότησε το χρέος.

Ο  ΣΥΡΙΖΑ, ένα κόμμα πρώην ακτιβιστών και αριστερών διανοουμένων, που αγωνιζόταν για το 3% με 4% αναδείχθηκε η ισχυρότερη λαϊκιστική τάση στην Ελλάδα.

Υποστήριξε την κατάργηση όλων των μη δημοφιλών οικονομικών μέτρων, συμπεριλαμβανομένου ενός ιδιαιτέρως επιβαρυντικού φόρου ακίνητης περιουσίας ΕΝΦΙΑ.

Έτσι, ο ΣΥΡΙΖΑ, με επικεφαλής τον 40χρονο Αλέξη Τσίπρα, έγινε το κύριο κόμμα της αντιπολίτευσης.

Τον Ιανουάριο του 2015, νίκησε μια αντιλαϊκή κυβέρνηση συνασπισμού με επικεφαλής τον παλιό πολιτικό πυλώνα, με την Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ.

Ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε, δεν είχε την απαιτούμενη κοινοβουλευτική πλειοψηφία για να σχηματίσει κυβέρνηση.

Η λύση του ήταν να αναζητήσει πολιτικό σύμμαχο με το δεξιό κόμμα ΑΝΕΛ, σχηματίζοντας μια ασυνήθιστη αριστερά-δεξιά κυβέρνηση συνασπισμού ενωμένη με λαϊκιστικό υπόβαθρο και χαρακτήρα.

Οι λαϊκιστές είχαν δίκιο να κατηγορούν την ελίτ αλλά δεν είχαν λύσεις.

Ενώ βρίσκονταν στην αντιπολίτευση, προωθούσαν κενά συνθήματα και παλιομοδίτικες οικονομικές ιδέες, απέρριπταν τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις και υποστήριζαν ότι θα μπορούσαν να αναγκάσουν τους πιστωτές της Ελλάδας να χρηματοδοτήσουν τις πολιτικές τους.

Αυτό θεωρήθηκε μια καλή πολιτική αντιπολίτευσης.

Αλλά όταν οι λαϊκιστές κέρδισαν την εξουσία, έπρεπε να εφαρμόσουν τις πολιτικές τους.

Στην Ελλάδα, οι λαϊκιστές όχι μόνο δεν μπόρεσαν να εκπληρώσουν τις υποσχέσεις τους – πέτυχαν το αντίθετο από αυτό που είχαν υποσχεθεί: ακόμη μεγαλύτερη λιτότητα.

Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και των ευρωπαίων πιστωτών δεν κατάφεραν να επιφέρουν την πρόοδο που είχε υποσχεθεί ο ΣΥΡΙΖΑ.

Στην πραγματικότητα, έβλαψαν περαιτέρω την ελληνική οικονομία και σκότωσαν την ανάκαμψη.

Ο ανανεωμένος φόβος του Grexit πυροδότησε μια μαζική εκροή καταθέσεων από τις ελληνικές τράπεζες, φέρνοντας την οικονομία στα πρόθυρα του αδιεξόδου.

Ακόμα και τότε, οι λαϊκιστές αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν το τι ήταν δυνατό, επιλέγοντας αντ’ αυτού να διπλασιάσουν τα λάθη τους.

Τον Ιούλιο του 2015, ανήγγειλαν ένα δημοψήφισμα, ζητώντας από το εκλογικό σώμα να απορρίψει τη συμφωνία, η οποία συνεπαγόταν τη συνέχιση της δημοσιονομικής προσαρμογής και των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.

Υποστήριξαν ότι ένα όχι στο δημοψήφισμα  θα ενίσχυε την δύναμη τους και θα οδηγούσε σε καλύτερο αποτέλεσμα.

Αλλά έκαναν λάθος, καταλήγοντας σε ένα χειρότερο αποτέλεσμα που απαιτούσε ακόμη μεγαλύτερη λιτότητα.

Στην Ελλάδα πολλοί ειδικοί εξεπλάγησαν από το δημοψήφισμα, το οποίο θεωρούσαν ως επικίνδυνο τζόγο.

Στην πραγματικότητα, οι κορυφαίοι οικονομολόγοι της Ελλάδας συμβούλευαν να μην απορριφθεί η συμφωνία.

Αλλά οι προειδοποιήσεις τους απέτυχαν.

Τα γεγονότα δεν είχαν σημασία.

Μόνο συναισθήματα.

Με τις τράπεζες κλειστές και τους ελέγχους κεφαλαίων να έχουν επιβληθεί, οι ψηφοφόροι ακολούθησαν τους λαϊκιστές, απορρίπτοντας με βεβαιότητα τη συμφωνία. 

Αντιμέτωποι με ρεαλιστικές επιλογές, οι λαϊκιστές υποχρεώθηκαν σε στροφή 180 μοιρών, αποδεχόμενοι μια συμφωνία ακόμη χειρότερη από αυτή που είχε απορριφθεί.

Η εκτιμώμενη τιμή του σφάλματος πολιτικής τους; 

Ήταν €86 δισ. ευρώ.

Ο λαϊκιστής κυβερνήτης της Ελλάδος Α. Τσίπρας αντέδρασε σε αυτή την αποτυχία, κάνοντας αυτό που κάνουν όλοι οι λαϊκιστές: σπέρνουν τη διαίρεση και την πόλωση, κατηγορώντας τους άλλους για μαριονέτες των δανειστών.

Η προκλητική ανικανότητα των λαϊκιστών οδηγεί στην λανθασμένη πεποίθηση ότι η εξουσία τους θα λήξει γρήγορα.

Παρά την εκκωφαντική αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ όπου φαινόταν βέβαιο ότι θα κατέληγε στον πολιτικό του θάνατο, ο Τσίπρας προκήρυξε εκλογές τον Σεπτέμβριο του 2015, τις οποίες κέρδισε εύκολα.

Ήταν πολύ νωρίς για το αναισθητοποιημένο εκλογικό σώμα να παραδεχτεί το λάθος του και να επιστρέψει στα αναξιόπιστα mainstream κόμματα. 

Μέσα από την εφησυχασμό του προς τα λαϊκιστικά κόμματα, η αντιπολίτευση παρουσίασε ένα αξιοσημείωτο μειονέκτημα.

Υποθέτοντας ότι η αδυναμία των λαϊκιστών να εκπληρώσουν τις υποσχέσεις τους θα τους καταστρέψει, τελικά τους βοήθησε να παραμείνουν στην εξουσία.

Το μάθημα εδώ είναι ότι οι ψηφοφόροι συχνά αντιστέκονται στο να επιστρέψουν στα κυρίαρχα κόμματα μόλις τα εγκαταλείψουν.

Επίσης, δεν τους αρέσει να τους υπενθυμίζουμε ότι έκαναν λάθος ακολουθούν την λαϊκίστικη μπάντα.

Αντίθετα, εναπόκειται στα μη λαϊκίστικα κόμματα, να πείσουν το εκλογικό σώμα ότι έχουν αλλάξει και είναι έτοιμα να προσφέρουν αξιόπιστες λύσεις.

Στην Ελλάδα, ο ΣΥΡΙΖΑ κατόρθωσε να ανακτήσει την εξουσία τον Σεπτέμβριο του 2015, ακόμα και μετά την αποτυχία των πολιτικών του, εν μέρει επειδή αντιμετώπισε μια κουρασμένη, μη αναμορφωμένη αντιπολίτευση.

Μόνο όταν ο αουτσάιντερ Κυριάκος Μητσοτάκης, [φωτο] νεότερος ρεφορμιστής, κέρδισε την ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας, έκανε αυτό το παλιό, κουρασμένο κόμμα να ανακάμψει.

Τα λαϊκίστικα κόμματα τελικά εκτίθενται.

Σε αυτό το σημείο, αντιμετωπίζουν την επιλογή είτε να γίνουν mainstream κόμματα είτε να εξαφανιστούν.

Ο λαϊκισμός μπορεί να είναι μια αναγκαία, ίσως αποτελεσματική θεραπεία για την πεποίθηση ότι υπάρχουν εύκολες λύσεις σε δύσκολα προβλήματα.

Δυστυχώς κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από την πραγματικότητα.

Όταν οι λαϊκιστές παραγκωνίζονται εκτίθενται σε αντιφάσεις και υποκρισίες.

Στην Ελλάδα, η δήθεν υπερδημοκρατική κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ έχει υιοθετήσει πολιτικές που έχουν διαβρώσει τα θεσμικά όργανα που υποτίθεται ότι ελέγχουν την εκτελεστική εξουσία περιλαμβανομένου του αυστηρότερου ελέγχου του Ανώτατου Δικαστηρίου.

Επίσης επιχειρείται να περιοριστεί ο ρόλος των μέσων ενημέρωσης.

Οι λαϊκιστές συχνά δείχνουν ότι δεν έχουν ανοσία στους πειρασμούς της διαφθοράς, παρά τις υποσχέσεις τους.

Στην Ελλάδα, η λαϊκιστική κυβέρνηση έχει ήδη εμπλακεί σε μια σειρά από σκάνδαλα, όπως τα προνομιακά δάνεια σε πολιτικούς φίλους.

Ταυτόχρονα διορίζει εκατοντάδες υποστηρικτές στις δημόσιες θέσεις εργασίας.

Ωστόσο, όπου οι δημοκρατικοί θεσμοί είναι ισχυροί, οι λαϊκιστές αντιμετωπίζουν την επιλογή μεταξύ πολιτικού θανάτου ή ενσωμάτωσης.

Όταν συμβαίνει αυτό, τα λαϊκίστικα πειράματα ενδέχεται να ενισχύσουν τους δημοκρατικούς θεσμούς.

Μπορούν να λειτουργήσουν ως ένας μηχανισμός για την ανανέωση του πολιτικού συστήματος και μια έκκληση για αφύπνιση.

Η μεταφορά της ελληνικής λαϊκιστικής εμπειρίας στην Αμερική ή τη Βρετανία δίνει κάποιες σαφείς ιδέες.

Ο Trump και το Brexit πέτυχαν πολιτικά με τον εντοπισμό και την αξιοποίηση ορισμένων πραγματικών κοινωνικών ανησυχιών.

Ωστόσο: Δεν έχουν λύσεις να προσφέρουν. 

Εξαπατούν στο δρόμο τους προς την εξουσία, αλλά τώρα που το έχουν επιτύχει, αντιμετωπίζουν κάποιες σκληρές πραγματικότητες.

Οι προφανείς αποτυχίες τους δεν θα εγγυηθούν, την κατάρρευση τους.

Αυτό θα απαιτήσει τα κυρίαρχα κόμματα να ανοίξουν το παιχνίδι τους και να προσφέρουν πραγματικές εναλλακτικές λύσεις.

Μόνο τότε, με την υποστήριξη ανθεκτικών δημοκρατικών θεσμών, μπορεί να αντιμετωπιστεί το χάος που προκάλεσαν οι λαϊκιστές στην Ελλάδα.

Πηγή: bankingnews.gr

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s