Ξανά στο Ριζοκάρπασο και τον Απόστολο Ανδρέα

ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΗΣ ΟΜΑΔΑΣ ΤΟΥ “Φ” ΣΤΑ ΚΑΤΕΧΟΜΕΝΑ ΧΩΜΑΤΑ ΜΑΣ

Ξαναπήραμε τον δρόμο για το Ριζοκάρπασο. Ξαφνική η απόφασή μας να επισκεφθούμε κι αυτό το καλοκαίρι τη χερσόνησο των Αγίων. Δεν προγραμματίζαμε να ανεβούμε μέχρι τον Απόστολο Ανδρέα. Στο Ριζοκάρπασο θα πάμε να μιλήσουμε με τους εγκλωβισμένους μας. Αυτό λέγαμε και ξαναλέγαμε μεταξύ μας, εγώ και ο φωτογράφος του «Φ» Γιάννης Νησιώτης μπαίνοντας στο αυτοκίνητο. Κι έτσι εκείνο το πρωινό πριν από περίπου δύο εβδομάδες περάσαμε το οδόφραγμα. 

Δεν θέλαμε να πάμε στον Απόστολο Ανδρέα γιατί μας φαινόταν πολύ μακρύς ο δρόμος. «Μέχρι το Ριζοκάρπασο θα πάμε».

Σε κουράζει και σε πληγώνει η διαδρομή προς την Καρπασία. Τη νιώθεις τόσο δική σου και τόσο ξένη και η Μεσαορία μπροστά σου, γύρω σου, μέσα σου.

Τον ξέρουμε πλέον τον δρόμο. Έχουμε ξαναπάει αρκετές φορές. Ακόμα κι έτσι όμως, τα μπερδεμένα συναισθήματα κανένας και ποτέ δεν τα συνηθίζει.

Μπήκαμε για τα καλά στον κάμπο της Μεσαορίας. Η πινακίδα μας δείχνει τον δρόμο. Το μάθαμε κι αυτό «Ντίπκαρπας» γράφει και εμείς καταλαβαίνουμε «Ριζοκάρπασο».

Σε κάθε στροφή ξεπροβάλλει και ένα ερειπωμένο παρεκκλήσι. Σε κάθε βουνοκορφή και ένα τάμα. Κάποια μισογκρεμισμένα, κάποια άδεια και λεηλατημένα. Είναι καλοκαίρι και ο κάμπος είναι κίτρινος. Μια απέραντη μονοτονία αλλά συνεχίζουμε τον δρόμο μας. Κατασκευάζουν τώρα ένα καινούριο δρόμο διπλής κατεύθυνσης παράλληλα με τον παλιό δρόμο.

Το όριο ταχύτητας κολλημένο στα 65 χιλιόμετρα και παντού πινακίδες για έλεγχο ταχύτητας με κάμερες. Κανένας δεν θέλει να πληρώσει πρόστιμο στο παράνομο καθεστώς κι έτσι το ταξίδι μας φαίνεται ακόμα πιο μακρύ.

Πινακίδες με ονομασίες χωριών στα τουρκικά. Ευτυχώς είχαμε μαζί μας τον χάρτη με τις ελληνικές και τις τουρκικές ονομασίες και μπορούσαμε να προσανατολιστούμε.

Η ψυχή μας άρχισε να αναζητά μια όαση για να ξαποστάσει… «Εστιατόριο Γιαννάκης» λέει μια πινακίδα. Ένας από τους λιγοστούς πλέον ακοίμητους φρουρούς της κατεχόμενης γης μας συνεχίζει να λειτουργεί το εστιατόριο του και πεισματικά κρατά την ελληνική πινακίδα στην ιδιοκτησία του.

Λίγο ακόμα, και φθάνουμε στον προορισμό μας. Και τελικά φθάσαμε και ο κεντρικός δρόμος όπως πάντα άρχισε να σφίγγει τα μέσα μας. Τούρκικες πινακίδες, ανατολίτικο παζάρι στα πλαϊνά καταστήματα. Εικόνες αταίριαστες. Έποικοι μένουν στο Ριζοκάρπασο και οι δικοί μας οι εγκλωβισμένοι στριμωγμένοι στον δικό τους τον καφενέ.

Το καφενείο συνεχίζει να «μιλά» ελληνικά

Η Εκκλησία του Αγίου Συνεσίου, κάτασπρη αλλά καταπονεμένη κι αυτή από το πέρασμα των δεκαετιών. Κάθε Κυριακή κτυπά η καμπάνα της όμως. Έχουν βγει τα σχέδια και πλέον οι διαδικασίες για την αναστήλωσή της βρίσκονται στην τελική ευθεία. Μακάρι. 

Προχωρήσαμε και τελικά μπερδευτήκαμε. Σταματήσαμε και προσπαθούσαμε να προσανατολιστούμε. Η γνωστή πινακίδα «Καφενείο-Βασίλης Κτίστης» δεν ήταν πουθενά.

– «Μήπως το περάσαμε» διερωτήθηκα.

– «Μα αφού ήταν εδώ» το ίδιο απορημένη η φωνή του Γιάννη.

– «Μα δεν αναγνωρίζω ούτε το κτήριο» πρόσθεσα.

– «Ε τι να κάνουμε τώρα;».

Το καφενείο και ο κ. Βασίλης ήταν πάντα ο οδηγός μας στις επισκέψεις μας στο Ριζοκάρπασο. Πάντα τον επισκεπτόμασταν και πάντα μας κερνούσε καφέ και λέγαμε και μια δύο κουβέντες μεταξύ μας.

Νιώσαμε χαμένοι σε έναν τόπο που θέλουμε δεν θέλουμε πάντα μας αναστατώνει. Είναι καλοκαίρι και τα σχολεία είναι κλειστά άρα και η δεύτερη επιλογή μας για να έρθουμε σε επαφή με τους εγκλωβισμένους μας εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε.

Αποφασίσαμε να προχωρήσουμε. Ξέραμε ότι λίγο έξω από το Ριζοκάρπασο είναι ένα ακόμα εστιατόριο με πινακίδα ελληνική. Συνεχίσαμε να ανηφορίζουμε τη χερσόνησο. Δεξιά και αριστερά η θάλασσα. Τελικά το εστιατόριο δεν ήταν λίγο έξω από το χωριό.

Ήταν αρκετά πιο έξω. Για την ακρίβεια ήταν στη μέση της διαδρομής μεταξύ Ριζοκαρπάσου και Αποστόλου Ανδρέα.

Αστειευτήκαμε μεταξύ μας:

– «Τελικά ο Άγιος θέλουμε δεν θέλουμε θα μας ανεβάσει στο ακρωτήρι του», μου είπε ο Γιάννης.

– «Ας το αποφύγουμε καλύτερα γιατί είναι ακόμα μακριά» είπα εγώ πεισματάρικα.

Φθάσαμε στο εστιατόριο του κ. Νίκου. Τον εντοπίσαμε στην κουζίνα. Δύο ομάδες τουριστών απολάμβαναν το ψάρι τους πάνω από το κύμα.

– «Μα τι έγινε το καφενείο; Που είναι ο κ. Βασίλης;» τον ρώτησα με αγωνία.

– «Εμακαρίστηκε έχει καιρό» η απάντηση του κ. Νίκου ο οποίος είναι γιος του κ. Βασίλη.

Τότε καταλάβαμε κι εμείς τι συνέβη. Στο καφενείο δεν θα ξανασυναντήσουμε ποτέ τον κ. Βασίλη. Το κράτησε σε λειτουργία η αλλοδαπή οικιακή βοηθός που είχε τα τελευταία χρόνια μαζί του μέχρι που έφθασε η ώρα της να επιστρέψει στην πατρίδα της.

– «Τώρα το πήρε η οικογένεια του Ιωσήφ Συναϊνου».

Μια ακόμα οικογένεια εγκλωβισμένων μας στην Καρπασία. Ανακαινίστηκε το κτήριο για αυτό και δεν το αναγνωρίσαμε και τώρα λειτουργεί ως καφενείο αλλά «περιμένουν να πιάσουν και τες άδειές τους για να μπορούν να προσφέρουν και φαγητό και ποτό για αυτό μπορεί να μεν ήβρετε την ταμπέλα» μας είπε ο κ. Νίκος.

– «Πόσο μακριά είναι ο Απόστολος Ανδρεάς» ρωτήσαμε.

– «Ένα εικοσάλεπτο το πολύ» μας απάντησε.

Κοιταχτήκαμε με νόημα. Ήπιαμε τον καφέ μας, ξεκουραστήκαμε και ξαναμπήκαμε στο αυτοκίνητο. Μέσα μας το είχαμε και οι δύο αποφασίσει.

Προσκύνημα στον Απόστολο Ανδρέα

Έπρεπε να ταξιδέψουμε ακόμα είκοσι λεπτά για να πάμε στον Απόστολο Ανδρέα.

Στη διαδρομή πειραζόμασταν μεταξύ μας γιατί κατά τ’ άλλα το είχαμε συμφωνήσει, είχαμε ενημερώσει και στη δουλειά μας ότι δεν υπήρχε περίπτωση να ανεβούμε και φέτος στον Απόστολο Ανδρέα. Τελικά μας έμεινε το πείσμα και τα μεγάλα λόγια.

Τα γαϊδούρια έκαναν την εμφάνισή τους. Είναι λες και πρέπει να τους ζητήσεις την άδεια για να προχωρήσεις. Στέκονται στη μέση του δρόμου και δεν τα ενοχλούν καθόλου τα αυτοκίνητα. Κάθε άλλο θα έλεγα.

Φθάσαμε στο Μοναστήρι. Πανέμορφο και ανακαινισμένο στέκει πάνω στον βράχο του. Μπήκαμε στην Εκκλησία. Ο Πατήρ Ζαχαρίας στη θέση δίπλα στον Άγιο.

Τα μάρμαρα στο δάπεδο είναι πλέον γυαλλισμένα και επιβλητικά. Το εικονοστάσι αναπαλαιωμένο…

– «Έτσι όμορφη ήταν η εκκλησία και πριν την εισβολή πατήρ Ζαχαρία;» τον ρώτησα.

– «Έτσι» μου απάντησε απλά αλλά τα μάτια του έλαμπαν από χαρά.

Ο Γιάννης άρχισε να βγάζει φωτογραφίες και εγώ στάθηκα για λίγο μπροστά στη μεγάλη εικόνα του Αποστόλου Ανδρέα.

«Ξανανέβηκε στον θρόνο του» σκέφτηκα σιωπηρά και έφερα στο μυαλό μου την άσχημη εικόνα που αντικρίσαμε πριν από μερικά χρόνια όταν επισκεφθήκαμε το μοναστήρι. Τότε τα γαϊδούρια βρίσκονταν έξω από την πόρτα της εκκλησίας και τα περιττώματά τους ήταν παντού στο δάπεδο. Ευτυχώς τώρα τα πράγματα έχουν αλλάξει.

Είπαμε μερικές ακόμα κουβέντες με τον «φύλακα άγγελο» του Μοναστηρίου, τον Πατέρα Ζαχαρία ο οποίος και τα 43 χρόνια της κατοχής βρίσκεται εκεί στο πόστο του. Μου έδειξε το «χωνευτήριο» και την κολυμβήθρα. Ακόμα δεν άρχισαν να κάνουν βαφτίσεις στο μοναστήρι. Ελπίζει ότι σύντομα θα τους το επιτρέψουν.

Βγήκαμε από την Εκκλησία και κατηφορίσαμε προς το Αγίασμα. €2 το παγούρι των 8 λίτρων γράφει η πινακίδα η οποία βεβαίως απευθύνεται στους Ελληνοκύπριους που περνούν τα οδοφράγματα για να επισκεφθούν το μοναστήρι του Αποστόλου Ανδρέα.

Ευτυχώς είχαμε μαζί μας τα δικά μας άδεια μπουκάλια. Κατεβήκαμε τα σκαλιά αλλά έπρεπε να περιμένουμε. Ένα τσούρμο τουρίστες πλένονταν με το αγίασμα. Ένας από αυτούς είχε βάλει και τα πόδια του για να τα δροσίσει.

Μάλλον δεν ήξεραν ότι για εμάς εκεί ήταν ένας τόπος Ιερός. Περιμέναμε υπομονετικά να έρθει η σειρά μας… πάντα πρέπει να κάνεις υπομονή όταν βρίσκεσαι στα κατεχόμενα…

ΚΕΙΜΕΝΟ: Μαριλένα Παναγή

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: Γιάννης Νησιώτης   

»»» Στους δρόμους του Μπέλλα Πάις

One thought on “Ξανά στο Ριζοκάρπασο και τον Απόστολο Ανδρέα

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s