1974: Η επικοινωνία εγκλωβισμένων τα πρώτα χρόνια εισβολής – 25 λέξεις μόνο!

Αμέσως μετά τον πόλεμο, η επικοινωνία όσων είχαν απομείνει στην κατεχόμενη Καρπασία περιοριζόταν στα αυστηρώς σύντομα μηνύματα του Ερυθρού Σταυρού.

Γράφει η ΧΡΥΣΤΑ ΝΤΖΑΝΗ

Αμέσως μετά τον πόλεμο, η επικοινωνία όσων είχαν απομείνει στην κατεχόμενη Καρπασία περιοριζόταν στα αυστηρώς σύντομα και υπό τη λογοκρισία των Τούρκων μηνύματα του Ερυθρού Σταυρού.

Οι λέξεις δεν ήταν ποτέ μόνο 25. Δεν τις ξεπερνούσαν όμως και κατά πολύ. Σε μια τυποποιημένη κόλλα Α5 με κόκκινα γράμματα, μέσα σε 5-6 γραμμές, 10 το πολύ όταν μίκραιναν πολύ τα γράμματα, έπρεπε να μεταφέρουν τα νέα τους. Όσοι έμειναν πίσω εγκλωβισμένοι στην κατεχόμενη πια Καρπασία, αντάλλασσαν νέα με τους συγγενείς τους στις ελεύθερες περιοχές και το εξωτερικό.

Άλλος τρόπος δεν υπήρχε. Τα τηλέφωνα δεν λειτουργούσαν. Οι συγκοινωνίες υπό περιορισμό. Μετά το βράδυ υπήρχε κέρφιου. Μονάχα με τα μηνύματα που διαβίβαζε ο Ερυθρός Σταυρός γινόταν η επικοινωνία με τον «έξω κόσμο». Κι αυτά στην αρχή τηλεγραφικά, κυριολεκτικά, «Τι κάνετε; Τι κάνει ο τάδε; Πού είστε;» Στεγνά, χωρίς συναίσθημα, τα βασικά της επιβίωσης μόνο και μερικές οδηγίες, «πήγαινε στο θείο για δουλειά, βάλε τα λεφτά στην τράπεζα». Λες και δεν τους βάρυνε το άγχος του πολέμου. Μα η λογοκρισία αυστηρή -τα μηνύματα περνούσαν από πολλά ζευγάρια μάτια προτού φτάσουν στον παραλήπτη και ό,τι μπορούσε να κοπεί από τη λογοκρισία του εισβολέα έπρεπε να κωδικοποιηθεί. Ή να κρυφτεί -στο κουτί των φαρμάκων, στο κουτί του απορρυπαντικού που έστελναν στους εγκλωβισμένους, με πονηριά και μαεστρία- για να μην βρουν τον μπελά τους. Κι όσο περνούσε ο καιρός και οι μήνες, τα νέα πύκνωναν και μπόλιαζαν με, και στον αποστολέα και στον παραλήπτη, λίγο συναίσθημα, «καλά Χριστούγεννα, του χρόνου μαζί», «πιείτε και για μας ένα ποτηράκι».

«Είμαστε επιτελούς μαζί»

Η κ. Αρετή Παντελίδου από τη Γιαλούσα ήταν 22 ετών τότε, φοιτήτρια Φαρμακευτικής στην Αθήνα. Στην πρώτη εισβολή βρισκόταν στο χωριό της, όμως στη δεύτερη βρέθηκε σχεδόν από τύχη στην Αθήνα, αφού σχεδίαζε να επιστρέψει αργότερα τον Αύγουστο. Πίσω στη Γιαλούσα είχαν μείνει οι γονείς και η μικρή της αδερφή, εφτά ετών τότε. Οι υπόλοιποι συγγενείς, είτε πρόλαβαν να φύγουν είτε είχαν συλληφθεί αιχμάλωτοι, ανάμεσά τους και ανήλικοι.

«Για μήνες δεν είχαμε επικοινωνία. Στις 18/11/1974 έστειλα το πρώτο μήνυμα στην οικογένειά μου ότι είμαι καλά. Τα τηλέφωνα δεν λειτουργούσαν. Στηριζόμασταν μόνο σε αυτά τα μηνύματα, στα οποία δεν μπορούσαμε να γράψουμε και τίποτα. Απλώς συνθηματικά. Το έστειλα μέσω του Ερυθρού Σταυρού της Αθήνας. Στη συνέχεια που ήρθα στην Κύπρο ήταν μέσω της Κύπρου. Γράφαμε εμείς το μήνυμα και στο ίδιο μήνυμα μάς απαντούσαν στην πίσω σελίδα οι δικοί μας», θυμάται, καθώς απαριθμεί τα μηνύματα που φύλαξαν σχεδόν σαν καινούργια, σε άριστη κατάσταση, εδώ και τέσσερις δεκαετίες. Οι γονείς και η αδερφή της, Παντελής (ο διευθυντής του Ταμιευτηρίου της Γιαλούσας), Νίτσα και Μαρί Παντελίδου, ήταν ανάμεσα στους τελευταίους έντεκα Ελληνοκυπρίους που εγκατέλειψαν τη Γιαλούσα τον Μάρτιο του 1977, όταν η κοινότητα είχε πια εποικιστεί από Τουρκοκύπριους που είχαν έρθει από τα Κόκκινα. Σε αυτά τα δυόμισι χρόνια, η κ. Παντελίδου, που στο μεταξύ είχε βρεθεί από την Αθήνα στη Λευκωσία και μετά στην Αγγλία και στις ΗΠΑ και η υπόλοιπη οικογένεια, επικοινωνούσαν με τους εγκλωβισμένους μόνο με μηνύματα που διαβίβαζε ο Κυπριακός Ερυθρός Σταυρός στις τακτικές επισκέψεις του στη Γιαλούσα.

«Τα γράμματα περνούσαν πρώτα από τον τουρκικό στρατό, τα διάβαζε όλα, μήπως και δοθεί κάποιο μήνυμα που δεν ήθελαν. Λέγαμε τα νέα της οικογένειας με τρόπο. Π.χ. μια θεία μου έγραψε «Εγώ εργάζομαι. Ο Ανδρέας (σ.σ.: ο σύζυγός της) όμως ξεκουράζεται ακόμα». Εκείνη ήταν δασκάλα και ο άντρας της καθηγητής. Έτσι τους έδειξε ότι το γυμνάσιο είναι κλειστό. Σε ένα άλλο ο ξάδερφός μου γράφει «Είμαστε επιτελούς όλοι, Μάριος, Κάκκος, Γιώργος, Σωτήρης μαζί». Ο Μάριος κι ο Κάκκος ήταν αιχμάλωτοι, παρόλο που ο Μάριος κι ο Κάκκος δεν ήταν ούτε 15  -ο Κάκκος ήταν 16. «Λείπει ο Παναής», ο οποίος ήταν εγκλωβισμένος και γίνονταν προσπάθειες να έρθει από δω γιατί ήταν μαθητής του English School. Γράφουν ότι είμαστε όλοι μαζί για να καταλάβουμε ότι ελευθερώθηκαν».

Το εγκλωβισμένο ζεύγος Παντελίδη όταν έφυγε στην προσφυγιά κατάφερε να φέρει μεταξύ άλλων και τη φωτογραφία του γάμου τους. Η γαμήλια φωτογραφία ήταν ένα από τα πράγματα τα οποία ζητούσαν από τους εγκλωβισμένους που έμειναν πίσω, όσοι πρόσφυγες είχαν ήδη φύγει.

Ανάμεσα στα άλλα οικογενειακά μηνύματα, ξεχωρίζουν τα γιορτινά, του Δεκέμβρη του 1975 και του Γενάρη που ακολούθησε. «Αγαπημένοι μας, και φέτος θα γιορτάσετε μόνοι σας αλλά να πιείτε και κανένα ποτήρι στην υγειά μας και να μας περιμένετε για τις επόμενες γιορτές, να σε βοηθήσω μάμα μου στο καθάρισμα και στις ετοιμασίες. Προς το παρόν βάζε τη Μαρή μας να σε βοηθά και εγώ θα βοηθήσω τις θείες μου εδώ», έγραφε η Αρετή Παντελίδου στην εγκλωβισμένη μητέρα της. Οι εγκλωβισμένοι ήπιαν όντως ένα ποτήρι στην υγειά των «ελεύθερων», όπως φαίνεται από την απάντηση της μητέρας ανήμερα Χριστουγέννων. «Θα ήσαν πραγματικά Χριστούγεννα αν το σπίτι ήτο γεμάτο από όλους σας όπως κάθε χρόνον. Ευχόμεθα σε όλους σας καλά Χριστούγεννα και ο καινούργιος χρόνος ευτυχισμένους όλους μαζί. Με αγάπη, οι γονείς σου». Αργότερα, γράφουν για το φλουρί της βασιλόπιτας που έκοψαν στη Γιαλούσα και έπεσε στην Αρετή και της το φύλαξαν.

Όπως προκύπτει από την ανάγνωση των τηλεγραφημάτων, με περιορισμένη για όλους την κυκλοφορία και τις δραστηριότητες (το Ταμιευτήριο ήταν από τα πρώτα που έκλεισαν οι Τούρκοι εισβολείς μόλις μπήκαν στη Γιαλούσα και αργότερα το σύλησαν), ο χρόνος περνούσε δύσκολα, συχνά με την τηλεόραση και το ραδιόφωνο, η μόνη παρηγοριά. Εκτός από τα μηνύματα, η επικοινωνία των εγκλωβισμένων με τον έξω κόσμο γινόταν κάποτε, σπανιότερα ασφαλώς, και μέσω έμπιστων ατόμων, ξένων ή Τουρκοκυπρίων που έρχονταν σε επαφή με τους συγγενείς στις ελεύθερες περιοχές ή στο εξωτερικό. Η κ. Παντελίδου έχει φυλάξει το γαλάζιο γράμμα που της έστειλε ο πατέρας της όσο εκείνη βρισκόταν στην Αγγλία, όπου τη συνεχάρη για τον αρραβώνα της. Το γράμμα στάλθηκε μέσω ενός φίλου Τουρκοκύπριου. «Χαρήκαμε διά τον αρραβώνα σου και σας δίδωμεν την ευχή μας οι γονείς σου και όλοι οι συγγενείς. Ο φέρων την επιστολή είναι καλός φίλος. Να τον περιποιηθείτε ως να ήμουν εγώ. Σας ευχόμεθα να ζήσετε ευτυχισμένοι και φροντίσετε να μας στείλετε μαζί του και φωτογραφίες του γάμου να σας δούμε», έγραφε.

ΦΩΤΟ: Ελένη Παπαδοπούλου

>>> Ξανά στο Ριζοκάρπασο και τον Απόστολο Ανδρέα

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s