Στο φως άγνωστες λεπτομέρειες από τη θυσία των 4 στον Αχυρώνα

Ο Μηνάς Μηνά από την Περιστερώνα Αμμοχώστου, δάσκαλος το 1958 στο Λιοπέτρι, αντιπρόεδρος της Ένωσης Αγωνιστών Αμμοχώστου και υπεύθυνος τώρα του ιστορικού Αχυρώνα, είπε για τη θυσία των τεσσάρων:

«Οι καταζητούμενοι αγωνιστές της ΕΟΚΑ, ανάλογα με την κατάσταση που επικρατούσε στην περιοχή ευθύνης τους, αναγκάζονταν να μετακινούνται, για λόγους ασφάλειας περισσότερο. Όμως για τους τέσσερις ήρωες του Αχυρώνα, η μετακίνησή τους στο Λιοπέτρι δεν είχε σχέση με αυτό, αλλά για να στείλουν το μήνυμα πως ο αγώνας συνεχιζόταν, δεν έπρεπε να πτοηθεί κανείς και στο τέλος η νίκη θα έστεφε τα όπλα τους. Κι αυτό το απέδειξαν περίτρανα με τη θυσία τους.

Οι τρεις από τους τέσσερις ήρωες, Φώτης Πίττας, υπεύθυνος στο χωριό Λύση, Ηλίας Παπακυριακού, υπεύθυνος στο χωριό Άσσια, και ο Ανδρέας Κάρυος, υπεύθυνος στην περιοχή Αυγόρου, τέλος Αυγούστου 1958 αποφάσισαν να μετακινηθούν στα Κοκκινοχώρια. Με την έγκριση του τομεάρχη τους Παύλου Παυλάκη, με εντολή να περάσουν από το Λιοπέτρι για να εκπαιδεύσουν τους αγωνιστές του χωριού, αλλά να καταλήξουν σε κρησφύγετο που είχε ετοιμασθεί στην περιοχή του Ποταμού Λιοπετρίου. Έτσι, έφθασαν στο μοναστήρι του Αγίου Κενδέα και από εκεί, με σύνδεσμο τον αγωνιστή Νίκο Βαρδάκη, έφτασαν νύχτα στο Λιοπέτρι. Τους υποδέχτηκαν οι αγωνιστές του χωριού με επικεφαλής τον Χρίστο Σαμάρα-«Ξάνθο», υπεύθυνο της ΕΟΚΑ Λιοπετρίου. Τους φιλοξένησαν σε φιλικό σπίτι –του μάστρε Δημήτρη Τσόντου– και την επομένη έκαναν εκπαίδευση στους αγωνιστές. Την εκπαίδευση στα εκρηκτικά ανέλαβε ο Παπακυριακού, ο οποίος είχε μεγάλη φήμη στην κατασκευή ναρκών. Το βράδυ επέστρεψαν στο σπίτι φιλοξενίας τους και γύρω στα μεσάνυχτα, οι παρατηρητές πρόσεξαν πολλά αυτοκίνητα να κινούνται από την περιοχή της Δερύνειας προς το Λιοπέτρι. Οι «4» τότε αποφάσισαν να κινηθούν προς το κρησφύγετο, όμως πριν προλάβουν να βγουν έξω από το Λιοπέτρι, συνάντησαν πολλούς Άγγλους στρατιώτες και αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στο σπίτι που τους φιλοξενούσε. Από εκεί πήραν το αυτοκίνητο του ιδιοκτήτη και, με οδηγό το γιο του Νικόλα, και μαζί τους τον Ηλία Σαμάρα, προχώρησαν με σκοπό να διασπάσουν τον κλοιό και να διαφύγουν. Όμως, στη συνέχεια έκριναν καλύτερο να κατεβούν από το αυτοκίνητο και να προχωρήσουν πεζή. Το έκαμαν, αλλά σε 100 μέτρα συνάντησαν μεγάλη δύναμη στρατιωτών οι οποίοι, με τις φωτοβολίδες που έριχναν, έκαναν τη νύχτα-μέρα. Έτσι οι αγωνιστές αναγκάστηκαν να βάλουν εναντίον τους, να δώσουν ολιγόλεπτη μάχη και να στραφούν προς τα πίσω. Μαζί τους και οι Χρίστος Μάστρου και Ηλίας Σαμάρας, του οποίου, να σημειωθεί, είχε πέσει η ταυτότητα στη βιασύνη του να αποχωρήσει.

Τόπος απόκρυψης, ο Αχυρώνας! 

Οι «4» αναζητούσαν πού να κρυφτούν και κατέληξαν στο σπίτι του Παναγιώτη Καλλή, ενός ηλιοκαμένου εργάτη της γης με οκτώ παιδιά! Τους άκουσε που συζητούσαν έξω από το σπίτι του, βγήκε και τους προσκάλεσε να μπουν μέσα. Ο Ηλίας Σαμάρας παρακάλεσε τότε τους «4» να τον αφήσουν μαζί τους, γιατί είχε συλληφθεί δυο φορές προηγουμένως και ήξερε τι θα πει βασανιστήρια των Άγγλων. Η απάντηση ήταν «όχι, δεν πρέπει να κινδυνέψουν δύο αδέλφια μαζί». Από αυτό φαίνεται καθαρά ότι οι τέσσερις ήταν αποφασισμένοι να τα δώσουν όλα μέχρι θανάτου!

Κρύφτηκαν στον Αχυρώνα του σπιτιού και ο Καλλής τους εφοδίασε με κουβέρτες και πρόχειρο φαγητό. Τα άχυρα έφταναν μέχρι πάνω και η απόκρυψη ήταν απόλυτη. Πέρασε η ημέρα και η επομένη βρήκε το χωριό ολόκληρο υπό κατ’ οίκον περιορισμό, με τους άντρες να συγκεντρώνονται από το στρατό στο σχολείο, με ανακρίσεις και ξυλοδαρμούς, και τα γυναικόπαιδα να παραμένουν στο σπίτι. Παράλληλα, οι Άγγλοι άρχισαν ενδελεχείς έρευνες από σπίτι σε σπίτι με τη βοήθεια ανιχνευτικών σκύλων. Στις οκτώ το πρωί ερεύνησαν και τον Αχυρώνα, χωρίς όμως να ανακαλύψουν τους «4», αφού προηγουμένως, κατόπιν οδηγιών, ο Καλλής είχε ρίξει πάνω στα άχυρα μεγάλη ποσότητα από πιπέρι και αρτύματα. Ακολούθησε άλλη έρευνα στις δέκα, όπως και άλλες μέχρι το απόγευμα, πάντα όμως χωρίς αποτέλεσμα. Η αποτυχία των ερευνών σε όλο το Λιοπέτρι απογοήτευε τους Άγγλους, αφού η ανταλλαγή πυρών που έγινε τις πρώτες πρωινές ώρες, τους έπειθε ότι στο χωριό υπήρχαν οπωσδήποτε ένοπλοι μαχητές της ΕΟΚΑ.

Κι εκεί που οι άντρες κάτοικοι περίμεναν να αποσυρθούν τα συρματοπλέγματα και να μείνουν ελεύθεροι, είδαν τους Άγγλους ν’ αρχίζουν ένα νέο κύκλο πιο σκληρών ανακρίσεων, που συνοδεύονταν από σκληρά βασανιστήρια. Ήταν η ώρα που πήραν την πληροφορία για το πού ακριβώς κρυβόντουσαν οι «4». Κι αυτό που έγινε, ήταν ότι ο Ηλίας Σαμάρας που βρέθηκε με τους αγωνιστές το προηγούμενο βράδι, «έσπασε» και ομολόγησε. Είχε βασανιστεί σε τέτοιο βαθμό, που έγινε ράκος… Μετά από αυτό, οι Άγγλοι έλυσαν τον περιορισμό στο υπόλοιπο χωριό και έστρεψαν την προσοχή τους μόνο στο σπίτι του Καλλή. Απέκλεισαν τα πάντα, ώστε ούτε μύγα δεν μπορούσε να κινηθεί χωρίς να γίνει αντιληπτή. Οπλοπολυβόλα και άλλος βαρύς οπλισμός είχαν τοποθετηθεί σε στέγες, ακροβολιστές καραδοκούσαν παντού, υπήρχε Μηχανικό και, γενικά, επιστρατεύθηκαν όλα τα μέσα που διέθετε τότε ο αγγλικός στρατός.

Αντί απάντησης, ριπές αυτομάτων!

Τα μεσάνυχτα, μια ομάδα στρατιωτών έφτασε έξω από τον Αχυρώνα και κάλεσε τους αγωνιστές να παραδοθούν, φωνάζοντάς τους «ξέρουμε ποιοι είστε και πού είστε»! Οι «4» δεν απάντησαν. Το ίδιο επαναλήφθηκε και όταν ξημέρωσε, με ονομαστική αυτή τη φορά κλήση, και η απάντηση από πλευράς αγωνιστών ήταν μια ριπή αυτομάτου από εκείνον που ακουγόταν το όνομά του. Στις οκτώ οι Άγγλοι έβαλαν μπροστά… για να χαλάσουν τον Αχυρώνα. Τοίχοι και σοβάδες της πρόσοψης άρχισαν να πέφτουν, με πολλή όμως καθυστέρηση, αφού οι στρατιώτες είχαν το φόβο επίθεσης από πλευράς αγωνιστών. Αυτό συνεχίστηκε μέχρι τη μία και μισή το μεσημέρι, όταν στρατιώτες βγήκαν στη στέγη και από την «αχυρότρυπα» προσπαθούσαν να βάλουν φωτιά στον Αχυρώνα χρησιμοποιώντας εύφλεκτα υλικά! Δεν τα κατάφεραν λόγω του κλειστού χώρου και των προσπαθειών κατάσβεσης από τους «4» και έτσι οι Άγγλοι παραιτήθηκαν της προσπάθειάς τους. Αμέσως μετά, όμως, κάλεσαν ελικόπτερο, το οποίο και έριψε από ψηλά βενζίνη και εμπρηστικές βόμβες! Προκλήθηκε φωτιά και, σε δευτερόλεπτα μέσα, ο Αχυρώνας μετατράπηκε σε λαμπάδα!..

Για τους αγωνιστές δεν υπήρχε τότε άλλη διέξοδος από την έξοδο και ό,τι βγει… Πρώτοι, λοιπόν, προχώρησαν προς την αυλή οι Κάρυος και Σαμάρας, με τον πρώτο να βάλλει με το αυτόματό του. Δεν πρόλαβαν, βέβαια, να πάνε μερικά μέτρα και έπεσαν νεκροί από τα πυκνά διασταυρωμένα πυρά των Άγγλων ακροβολιστών. Πίτας και Παπακυριακού καθυστέρησαν την έξοδό τους περίπου για ένα ημίωρο, γιατί προφανώς άντεχαν τις καπνιές, ενώ έκαναν και σκέψεις για το πώς θα ενεργούσαν. Κάποια στιγμή βγήκε από τον Αχυρώνα τρέχοντας με το όπλο του ψηλά ο Πίττας, ο οποίος διαπέρασε την αυλή, πετάχτηκε το περιτοίχισμα και βρέθηκε στο δρόμο, κι εκεί ακριβώς δέχθηκε τα πυρά ακροβολιστή και έπεσε κι αυτός νεκρός. Έμεινε στον Αχυρώνα ο Παπακυριακού, που συνέχισε να βάλλει κατά των Άγγλων από μια τρύπα. Εκεί ακριβώς βρήκε το θάνατο. Το αμάραντο στεφάνι της αθανασίας σκέπασε από την ώρα εκείνη τους τέσσερις λιονταρόψυχους ήρωες. Ήταν ημέρα Τρίτη, 2 Σεπτεμβρίου 1958…»

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s