Η δήθεν επιχείρηση των Ελληνοκυπρίων για εξολόθρευση της τουρκικής μειονότητας

Μύθοι και πραγματικότητες στο Κυπριακό…

Του Γιαννάκη Λ. Ομήρου

Ξαναδιαβάζοντας το εξαιρετικό ενδιαφέρον βιβλίο του Ε.Ν. Τζελέπη «Το Κυπριακό και οι συνωμότες του», ένα από τα καλύτερα βιβλία που γράφτηκαν για το Κυπριακό τη δεκαετία του 1960, εντόπισα μερικές πολύ ενδιαφέρουσες αναφορές που καταρρίπτουν τον μύθο για τη δήθεν επιχείρηση των Ελληνοκυπρίων για εξολόθρευση της τουρκικής μειονότητας, στα γεγονότα του 1963-’64.

 

Γράφει ο Ε.Ν. Τζελέπης: «Δεν πρέπει κανείς ποτέ να ξεχνάει ένα πολύ σημαντικό γεγονός για την κατανόηση και την εκτίμηση της κυπριακής κρίσης, ότι κατά τη διάρκεια των τριών πρώτων χρόνων ζωής της Δημοκρατίας της Κύπρου ούτε ένα επεισόδιο δεν σημειώθηκε ανάμεσα στους Έλληνες και τους Τούρκους της Κύπρου. Το «πρόβλημα» της τουρκικής μειονότητας ξεπήδησε απότομα, την κατάλληλη στιγμή, για εκείνους που ήθελαν να το δημιουργήσουν, δηλαδή τη στιγμή που ο Πρόεδρος Μακάριος έθεσε, περί το τέλος του έτους 1963, το θέμα της αναθεώρησης του Κυπριακού Συντάγματος. Τότε ακριβώς προκλήθηκαν τα αιματηρά γεγονότα του Δεκεμβρίου του 1963.

Ήταν η στιγμή που οι Αγγλο-Αμερικάνοι είχαν αποφασίσει να ξαναθέσουν επί τάπητος το κυπριακό πρόβλημα στο σύνολό του, για να καταργήσουν την ανεξαρτησία της Κύπρου και να τη διχοτομήσουν, μοιράζοντάς την ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία, για να πετύχουν τη μετατροπή της σε βάση του ΝΑΤΟ. Χωρίς την «πολιτικοποίησή» του, το ζήτημα της τουρκικής μειονότητας της Κύπρου θα έμενε ένα εσωτερικό ζήτημα της μικρής αυτής Δημοκρατίας, όπως συμβαίνει σε όλες τις περιπτώσεις χωρών όπου υπάρχει πρόβλημα εθνικών μειονοτήτων.

»Θα ήταν προπαντός μεγάλο σφάλμα να πιστέψει κανένας ότι όλος ο τουρκικός πληθυσμός της Κύπρου έχει εξεγερθεί εναντίον της Κυβέρνησης της Λευκωσίας και ήταν για «αυτοάμυνα» του πληθυσμού αυτού, εναντίον της «απειλής να εξολοθρευθεί», που τάχα κρεμόταν πάνω από το κεφάλι του. Οι ταραχές ήταν το έργο «μιας οργάνωσης ενόπλων ομάδων υπό την καθοδήγηση του πρώην εισαγγελέως κατά τη βρετανική κατοχή, δρος Ραούφ Ντενκτάς, ο οποίος έμεινε στην υπηρεσία του κυβερνήτη της νήσου ως πράκτορας των Άγγλων και που έμελλε μετά την ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας να γίνει πρόεδρος της τουρκικής κοινοτικής βουλής της Κύπρου».

»Ο στόχος αυτής της οργάνωσης, που έπαιρνε χρήματα και όπλα από την Άγκυρα, ήταν να υποκινεί το μίσος και τις συγκρούσεις ανάμεσα στις δύο κοινότητες, την ελληνική και την τουρκική, για να συντηρεί τον μύθο της «γενοκτονίας» που απειλούσε τάχα τον τουρκικό πληθυσμό. Αυτός δε ο μύθος ήταν αναγκαίος για να δικαιολογήσει την επέμβαση της Τουρκίας στην Κύπρο και τη διχοτόμηση της νήσου. Οι ένοπλες ομάδες του Ντενκτάς, στην εφαρμογή αυτού του σχεδίου τους, τρομοκρατούσαν επίσης και τον τουρκικό πληθυσμό, ο οποίος, παρά την αναρρίπιση των παθών, ήταν πάντα πρόθυμος να συναδελφωθεί με τους Έλληνες και να ζήσει ειρηνικά μαζί τους, όπως συνέβαινε και στο παρελθόν. Διότι υπήρχε και μια αντιπολίτευση από μετριοπαθείς Τούρκους που καταδίκαζε την πολιτική των εξτρεμιστών καθώς και τις τρομοκρατικές τους μέθοδες.

»Ένας από τους πιο επιφανείς εκπροσώπους αυτής της αντιπολίτευσης, ο δρ Ιχσάν Αλή –γιατρός με μεγάλο κύρος τόσο στην τουρκική όσο και στην ελληνική κοινότητα–, καταδίκαζε τον Μάρτιο του 1964, σε ένα μήνυμά του προς τον Τούρκο πρωθυπουργό κ. Ινονού, τη δράση της οργάνωσης του Ραούφ Ντενκτάς, ο οποίος, καθώς έλεγε, για να επιβάλει την ιδέα της διχοτόμησης εφάρμοζε την πολιτική «διαίρει και βασίλευε», εξωθώντας τις δύο κοινότητες (τουρκική και ελληνική) στον αλληλοσκοτωμό, έτσι ώστε να υπάρξουν «αποδείξεις» ότι οι κοινότητες είναι αδύνατον να συνυπάρξουν. Αυτό όμως, προσθέτει ο δρ Αλή, διαψεύδονταν από την Ιστορία και από τα πράγματα, μια και είναι γνωστό ότι οι «Έλληνες και οι Τούρκοι της Κύπρου έζησαν επί αιώνες ειρηνικά, ο ένας δίπλα στον άλλο, ακόμα και τότε όταν η Ελλάδα βρισκόταν σε εμπόλεμη κατάσταση με την Τουρκία».

»Υπάρχει ακόμη και η μαρτυρία του πρώτου πρεσβευτή της Τουρκίας στη Λευκωσία κ. Εμίν Ντιρβάνα, ο οποίος αποδοκίμαζε τη δραστηριότητά του του Ντενκτάς και ανακλήθηκε στην Άγκυρα γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο. Σε ένα άρθρο του, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Μιλλιέτ» της 15ης Μαΐου 1964, αυτός ο Τούρκος διπλωμάτης, που ήταν σε θέση να ξέρει περισσότερα από κάθε άλλον για τη δραστηριότητα του Ντενκτάς, τον κατάγγελλε σαν τον κύριο υπεύθυνο των ταραχών. «Καθ’ όλη την περίοδο της διαμονής μου στη Λευκωσία (τα πρώτα χρόνια της Κυπριακής Δημοκρατίας) –έγραφε– κανένας Τουρκοκύπριος δεν κακοποιήθηκε και κανένας δεν σκέφθηκε να αμφισβητήσει τα δικαιώματα των Τούρκων στην Κύπρο.»

»Ανάμεσα στους Τούρκους της Κύπρου, τα πιο επιφανή θύματα των ανθρώπων του Ντενκτάς ήταν δύο νέοι δικηγόροι της Λευκωσίας, ο Αϊχάν Χικμέτ και ο Αχμέτ Γκουρκάν, εκδότες ενός μετριοπαθούς εβδομαδιαίου εντύπου του «Τζουμχουριέτ», οι οποίοι βρέθηκαν νεκροί την ίδια μέρα – 20 Απριλίου 1964 –, ο πρώτος στο κρεβάτι του και ο δεύτερος μέσα στο αυτοκίνητό του.

»Η προστασία των δικαιωμάτων της τουρκικής μειονότητας δεν ήταν λοιπόν παρά ένα πρόσχημα. Αν επρόκειτο πράγματι να αναζητηθεί μια ρύθμιση αυτού και μόνο του προβλήματος, έπρεπε να ακολουθηθεί μια τελείως διαφορετική μεθοδολογία. Όπως ετόνισε επανειλημμένα ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, οι εγγυήσεις που έπρεπε να δοθούν στην τουρκική μειονότητα προβλέπονταν σαφώς στον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ. «Υπάρχουν μειονότητες σε πολλές χώρες και δεν έχουμε παρά να διαλέξουμε τα παραδείγματα που ταιριάζουν στην περίπτωση μας» έλεγε ο Πρόεδρος της Κύπρου, τον Μάρτιο του 1964, στη συνέντευξή του σε μια δυτικογερμανική εφημερίδα.

»Η διχοτόμηση είναι ένα πολιτικοστρατιωτικό σχήμα που δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με το ζήτημα της τουρκικής μειονότητας και δεν λαβαίνει υπόψη καμιά δημογραφική ή γεωγραφική πραγματικότητα. Οι 80.000 Τούρκοι της Κύπρου είναι σκορπισμένοι σε όλο το νησί και στενά ανακατεμένοι με τον ελληνικό πληθυσμό. Σε 600 περίπου χωριά που έχει η Κύπρος, μόνο τα 120, τα πιο μικρά, είναι τουρκικά, τα 350 είναι ελληνικά και τα 150 κατοικούνται από μικτό πληθυσμό, στον οποίο πλειοψηφούν οι Έλληνες. Στις 7 επαρχίες της Κύπρου, η αναλογία του τουρκικού πληθυσμού σε σχέση με τον ελληνικό, ποικίλλει από 13,6% (επαρχία της Λεμεσού) σε 14% (επαρχία Κυρηνείας), 17,2% (επαρχία Αμμοχώστου) και φτάνει στο 24,4% (επαρχία Πάφου).

»Για να χωριστούν λοιπόν οι δύο κοινότητες θα χρειαζόταν μια ευρύτατη ανακατανομή του συνόλου του τουρκικού πληθυσμού».

Πράγματι συγκλονιστικό. Ακόμα και ο πρώτος πρέσβης της Τουρκίας στο νεοσύστατο κυπριακό κράτος Εμίν Ντιρβάνα επέρριπτε την ευθύνη των γεγονότων του ’63–’64 στην τ/κ εξτρεμιστική ηγεσία (Ρ. Ντενκτάς).

Είναι λοιπόν τουλάχιστον εξαιρετικά περίεργο, για να μη χρησιμοποιήσω άλλη, πολύ σκληρή, φράση, να υπάρχουν σήμερα, μετά και το δίδυμο έγκλημα του 1974, φωνές στην ελληνική πλευρά που ισχυρίζονται την ύπαρξη συνευθύνης της ελληνικής κυπριακής κοινότητας στα γεγονότα του 1963–’64. Που απέτυχαν τότε να οδηγήσουν στον στόχο της Τουρκίας για επέμβαση και βίαιη διχοτόμηση. Κάτι που έγινε κατορθωτό, δέκα χρόνια μετά, με τον άθλιο-άθλο του προδοτικού πραξικοπήματος της χούντας και της ΕΟΚΑ Β τον Ιούλιο του 1974.

Σημ.: Το βιβλίο του Ε.Ν. Τζελέπη «Το Κυπριακό και οι συνωμότες του» κυκλοφόρησε το 1965 από τον εκδοτικό οίκο των Αθηνών «Θεμέλιο».

Σημ. 2: Εξαιρετικά ανησυχητικό. Για πρώτη φορά εμφανίζεται σε μέσα ενημέρωσης άποψη για «λύση» του Κυπριακού στη βάση «βελούδινου διαζυγίου» και «δύο κρατών». Υπάρχει οποιοσδήποτε που θα τολμούσε να θέσει την υπογραφή του σε ένα τέτοιο έκτρωμα, εσαεί αποξένωσης-εκχώρησης εδαφών της Κυπριακής Δημοκρατίας;

  *Τέως Πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s