ΛΟΝΔΙΝΟ: Οχι πια σεξ, μόνο συγκάτοικοι…

Γιατί το να ζεις με έναν πλατωνικό συγκάτοικο είναι το καλύτερο δώρο που μπορείς να κάνεις στον εαυτό σου.

Γράφει η ΜΙΝΑ ΚΑΛΟΓΕΡΑ

Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές το σπίτι μυρίζει βάφλες. Ο συγκάτοικος, φορώντας ένα T–shirt και ένα πρόχειρο σορτσάκι, δίνει μάχη με τη βαφλιέρα, ενώ ο αγαπημένος του σταθμός στο νορβηγικό ραδιόφωνο μάς ενημερώνει για τις τελευταίες δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ.

Σε έναν άλλο κόσμο ενδεχομένως να είχα γκρινιάξει: οι θόρυβοι, οι μυρωδιές, η ενοχλητική φωνή του πλανητάρχη, το χάος στην κουζίνα που μετά πιθανότατα θα πρέπει να καθαρίσω… Αλλά ξέρετε, ο συγκάτοικός μου είναι 26 χρονών, φτυστός ο Λίαμ Χέμσγουορθ και μόλις προσφέρθηκε να μου κρατήσει μια βάφλα. Εκλογές έχουν χαθεί και για λιγότερα…

Η ζωή μου δεν ήταν πάντα έτσι, σαν low key χολιγουντιανή κομεντί. Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα, όπου η συγκατοίκηση ως concept ήταν κάτι που βλέπαμε σε σειρές στο MEGA (με τη Μαρία Σολωμού) ή στο STAR (με την Τζένιφερ Ανιστοπούλου). Μας άρεσε μεν, όπως μας άρεσαν οι Spice Girls και όλα τα περίεργα και εξωτικά πράγματα, αλλά στην πραγματικότητα ξέραμε ότι στην Ελλάδα συγκατοίκηση είναι αυτό που κάνουν τα ζευγάρια όταν έχουν αποφασίσει «να το πάνε σοβαρά». Οι single άνθρωποι ζουν είτε με τους γονείς τους, είτε μόνοι, είτε ισορροπώντας τεχνηέντως ανάμεσα στα δύο (ενός λεπτού σιγή για όλα εκείνα τα ταπεράκια και τα άπλυτα ρούχα που βρήκαν το δρόμο τους ως την κουζίνα, το πλυντήριο και βασικά την καρδιά της μανούλας).

Για να είμαι ειλικρινής, δεν ήξερα ότι υπάρχει κι άλλη επιλογή – μέχρι που επισκέφτηκα μια φίλη μου στο Λονδίνο πριν μερικά χρόνια. Την πόλη που για να καταφέρεις να νοικιάσεις δικό σου διαμέρισμα πρέπει να δώσεις ένα νεφρό, την ψυχή σου και το πρωτότοκο παιδί σου (κι αυτά με το ζόρι καλύπτουν την προκαταβολή). Στο Λονδίνο λοιπόν, ενήλικοι, άγνωστοι μεταξύ τους άνθρωποι αναγκάζονται να ζουν στο ίδιο σπίτι για να μοιράζονται τα έξοδα – και δεν είναι οι μόνοι. Οπως θα ανακάλυπτα μερικά χρόνια αργότερα που θα πηγαινοερχόμουν για δουλειά στη Νέα Υόρκη, το ίδιο κάνουν οι άνθρωποι και σε πολλές άλλες πόλεις του κόσμου. Το Οσλο, απ’ όπου σας γράφω αυτή τη στιγμή μασουλώντας τη βάφλα μου, είναι μία από αυτές.

Πώς είναι, λοιπόν, ξαφνικά, στη δεκαετία των 30 σου, από κει που είχες συνηθίσει να έχεις το χώρο σου, τη walk–in closet σου και ακριβώς τη σωστή απόχρωση του πετρόλ στους τοίχους σου, να πρέπει να μοιραστείς ένα διαμέρισμα με έναν άγνωστο; Με κάποιον που δεν είναι φίλος σου, συγγενής σου ή ο σύντροφός σου, και τέλος πάντων δεν μπορείς να τον πείσεις ότι το ασπρόμαυρο πορτρέτο της γάτας σου θα ταίριαζε τέλεια στο σαλόνι σας; Οταν μετανάστευσα στα βόρεια και ξεκίνησα το πείραμα «συγκατοίκηση» (μετάφραση: το μπάτζετ μου έφτανε είτε γι’ αυτό, είτε για να μείνω στον σταθμό του τρένου, στο παγκάκι των Burger King) ήμουν σίγουρη ότι θα το μισούσα. Ενάμιση μήνα και κάτι βάφλες μετά έχω αλλάξει εντελώς γνώμη. Τώρα πιστεύω πως η πλατωνική συγκατοίκηση με αγνώστους μας κάνει καλό ως ανθρώπινο είδος, και πως όλοι πρέπει να τη δοκιμάσουμε κάποια στιγμή. Να γιατί:

  • Μας μαθαίνει σεβασμό και όρια. Ενδεχομένως θα έπρεπε να το είχαμε μάθει στο νηπιαγωγείο (ή στην κατασκήνωση ή στο στρατό), αλλά η άνεσή μας σταματάει εκεί που ξεκινάει η ενόχληση του άλλου. Το να βλέπουμε στη διαπασών το Game of Thrones στις 2 το βράδυ π.χ., δεν είναι ΟΚ – όσο κομβικό κι αν είναι το επεισόδιο για την πορεία του Jon Snow. Οπως δεν είναι ΟΚ το να πιούμε τις μπίρες του συγκάτοικου ενώ λείπει, χωρίς να τον ενημερώσουμε και χωρίς να τις αντικαταστήσουμε. Γενικά αυτή την αίσθηση του entitlement που είχαμε τόσα χρόνια, στο 85% των περιστάσεων δεν είναι ΟΚ.
  • Γινόμαστε εξπέρ στις δουλειές του σπιτιού. Πρόκειται ουσιαστικά για επέκταση του προηγούμενου αξιώματος για το σεβασμό: αν δεν βγάλουμε τα ρούχα απ’ το πλυντήριο να τα απλώσουμε, ο συγκάτοικος δεν θα μπορεί να βάλει μπουγάδα. Αν αφήσουμε το τηγάνι άπλυτο πάνω στο μάτι της κουζίνας, ο συγκάτοικος δεν θα μπορεί να μαγειρέψει. Γενικά όλες εκείνες τις δουλειές που όταν ζούσαμε μόνοι μας θα κάναμε «κάποια στιγμή», τώρα αναγκαστικά μπαίνουν σε πρόγραμμα γιατί αλλιώς ρισκάρουμε μια αλυσιδωτή αντίδραση ακαταστασίας που θα μετατρέψει το σπίτι σε ναρκοπέδιο από διάσπαρτα εσώρουχα και κουτιά πίτσας.
  • Μας βοηθάει να αξιολογούμε τα φλερτ μας καλύτερα. Οταν μένουμε μόνοι μας, living la vida Tinder, οποιοδήποτε μεθυσμένο ραντεβού μπορεί να καταλήξει σε μεθυσμένο one night stand. Οταν όμως ξέρουμε ότι στο σπίτι μας κοιμάται ένας άλλος άνθρωπος που θα ξυπνήσει το πρωί και θα δει το walk of shame του ραντεβού μας, ξαφνικά αναρωτιόμαστε αν όντως το θέλουμε αρκετά.
  • Αποκτάμε μια έξτρα πηγή νέων γνωριμιών. Απλά μαθηματικά: ο συγκάτοικός μας έχει φίλους και έναν ολόδικό του κοινωνικό κύκλο, ξεχωριστό απ’ το δικό μας. Οι πιθανότητές μας να γνωρίσουμε κάποιον σε offline setting μόλις διπλασιάστηκαν.
  • Μαθαίνουμε να μην κυκλοφορούμε σαν hobos μες στο σπίτι. Εντάξει, δεν σας λέω να περιφέρεστε με τακούνια και κορσέ σαν τη Ντίτα Βον Τιζ εν μέσω burlesque παραστάσεων, αλλά αν εκείνο το T–shirt έχει παραπάνω από μισή τρύπα, μάλλον δεν θα το φορέσετε όταν ξέρετε ότι θα σας δει και κάποιος άλλος πέρα από το πορτρέτο της γάτας σας στον τοίχο.
  • Γινόμαστε, αναγκαστικά, πιο κοινωνικοί. Βλ. επιχείρημα #4, για την πηγή νέων γνωριμιών. Αλλά και πέρα από τους όποιους φίλους εκατέρωθεν, το ίδιο το γεγονός ότι υπάρχει ένας ακόμα homo sapiens στο σπίτι, το κάνει ένα τσικ πιο δύσκολο να περάσουμε π.χ. ένα ολόκληρο σαββατοκύριακο βλέποντας σειρές και μην ανταλλάσσοντας κουβέντα με κανέναν παρά μόνο με τον ντελιβερά.
  • Αλλά και μαθαίνουμε να εκτιμάμε περισσότερο τις στιγμές ηρεμίας. Γιατί είναι τόσο σπάνιες πια. Γιατί πλέον το να ξαπλώσετε μόνοι σας στον καναπέ κοιτώντας το ταβάνι είναι μια πολυτέλεια που μπορείτε να απολαύσετε, όχι μια μοναχική συνήθεια που σας βαραίνει την καρδιά (αν δηλαδή σας βαραίνουν την καρδιά τέτοια πράγματα).
  • Εχουμε έναν άνθρωπο να μας ανοίξει, σε περίπτωση που ξεχάσουμε τα κλειδιά. Μερικές φορές αυτό είναι και το περισσότερο που μπορούμε να περιμένουμε από έναν συγκάτοικο. Μερικές άλλες όμως, αν είμαστε τυχεροί, έχουμε έναν άνθρωπο στον οποίο πραγματικά μπορούμε να βασιστούμε και για σοβαρότερα έκτακτα περιστατικά.
  • Η σχέση μας είναι δυνατή γιατί βασίζεται στην κοινή μας ανάγκη για επιβίωση. Και οι δύο π.χ. θέλουμε να μη μας κόψουν το Ιντερνετ, οπότε και οι δύο θα θυμίσουμε ο ένας στον άλλο να το πληρώσει όταν είναι η σειρά του. Το ίδιο ισχύει και για το φως, το τηλέφωνο και το γάλα που αύριο θα λήξει στο ψυγείο. Με ενωμένες τις δυνάμεις μας, καταφέρνουμε επιτέλους αυτό το περίφημο adulting.
  • Ο πλατωνικός μας συγκάτοικος δεν μπορεί να μας ραγίσει την καρδιά και να φύγει. Ακόμα κι αν ο συγκάτοικός σας μοιάζει όντως με το Λίαμ Χέμσγουορθ, δεν ζούμε σε χολιγουντιανή κομεντί – οπότε μπορείτε και να μην τον ερωτευτείτε. Για την ακρίβεια το συνιστώ. Κρατώντας τη συγκατοίκησή σας αυστηρά πλατωνική, γλιτώνετε όλες εκείνες τις άβολες και στενάχωρες στιγμές που μοιραία θα συμβούν ανάμεσα σε δυο ανθρώπους όταν ο ένας από τους δύο (ή και οι δύο) πάψει να θέλει τον άλλο. Γλιτώνετε τον κίνδυνο να πρέπει ξαφνικά ο ένας από τους δύο να φύγει, παίρνοντας μαζί του το μισό σπίτι και αφήνοντάς σας με ολόκληρο το νοίκι. Κι από την άλλη, κερδίζετε. Κάποιον που μπορεί να μη σας φέρνει βάφλες στο κρεβάτι, αλλά που πιθανότατα θα σας κρατήσει τουλάχιστον μία από αυτές που έφτιαξε ως παρηγοριά γιατί κάποιος άλλος του ράγισε την καρδιά.

Πηγή: Marie Claire

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s