Εξαγώγιμο είδος οι Ελληνίδες νταντάδες

της Νεφέλης Λυγερού – 

Ήταν 55 όταν πριν λίγα χρόνια όταν η Ξανθή Ευαγγελίου ταξίδεψε για πρώτη φορά στο Λονδίνο. Σε αντίθεση, όμως, με τα εκατομμύρια τουριστών που προσελκύει η βρετανική πρωτεύουσα, εκείνη δεν πήγε για να θαυμάσει τα αξιοθέατα, ούτε για να επιδοθεί σε ψώνια. Μετά από ένα χρόνο ανεργίας στην Ελλάδα, βρήκε μία πολυπόθητη θέση εργασίας εκεί. Πήγε να δουλέψει ως εσωτερική νταντά σε μία οικογένεια Βρετανών με δύο μικρά παιδιά.

Δεν ήταν η μόνη. Τα τελευταία χρόνια έχει παρατηρηθεί μία έντονη κινητικότητα σε γυναίκες όλων των ηλικιών, που προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε εύπορες οικογένειες του εξωτερικού. Πρόκειται για παράλληλο ρεύμα προς το ρεύμα των νέων επιστημόνων που από την αρχή της κρίσης εγκαταλείπουν μαζικά την Ελλάδα προς χάριν ενός καλύτερου μέλλοντος.

Οι αποδοχές της ήταν 1800 ευρώ. «Μου είπαν ότι είναι πολύ ακριβά να ζει κανείς στο Λονδίνο, αλλά εγώ θα μένω στο σπίτι και θα τρώω εκεί, οπότε δεν θα έχω έξοδα. Θα στέλνω όλο μου τον μισθό στην Ελλάδα. Ελπίζω σ’ έναν χρόνο να γυρίσω πίσω, έχοντας βάλει αρκετά χρήματα στην άκρη».

Αν έλεγε κανείς στην Ξανθή ότι θα αναγκαζόταν να μεταναστεύσει από την χώρα της κάποια χρόνια νωρίτερα θα γέλαγε. «Είχα το δικό μου μαγαζί με επιδιορθώσεις ρούχων. Είχα καλή και μεγάλη πελατεία. Με αυτό μεγάλωσα τα δύο παιδιά μου, τα οποία σήμερα σπουδάζουν» είχε πει όταν έφευγε. Παρ’ ότι η ζήτηση δεν μειώθηκε, οι αυξημένες υποχρεώσεις της προς το ΤΕΒΕ, τη ΔΕΗ και την εφορία την λύγισαν. Έκλεισε την επιχείρησή της, έχοντας σχεδόν 10.000 ευρώ χρέη στην εφορία.

Η σκυτάλη σε Ελληνίδες

Η κρίση ανατρέπει τα δεδομένα. Από τη δεκαετία του 1990 στην Ελλάδα εργάζονταν ως οικιακές βοηθοί, μπέιμπι σίτερ και γηροκόμοι αλλοδαπές γυναίκες από την Ανατολική Ευρώπη, αλλά και από την Ασία και την Αφρική. Τα τελευταία χρόνια ο αριθμός τους έχει μειωθεί. Είναι πολλές πια οι Ελληνίδες που δεν έχουν την πολυτέλεια να αρνούνται τέτοιες εργασίες.

Η εξαγωγή νταντάδων και οικονόμων, όμως, αποτελεί ένα ακόμα πιο πρόσφατο φαινόμενο. Αρχικά, η ζήτηση Ελληνίδων για το σπίτι αφορούσε αποκλειστικά οικογένειες με καταγωγή από την Ελλάδα. Αυτές ήταν που ήθελαν κάποιον στο σπίτι τους να μιλά ελληνικά στα παιδιά τους, να μαγειρεύει παραδοσιακά και να τους μεταλαμπαδεύει τις παραδόσεις της πατρίδας.

Την ανάγκη αυτή ανακάλυψε η Έλενα Τσόκα και η Φένια Αττιλάκου που πριν λίγα χρόνια δημιούργησαν το πρακτορείο Ελληνίδων νταντάδων (Greek Nannies). Πρόσφεραν λύση στις εκατοντάδες οικογένειες που έχουν μεταναστεύσει από την Ελλάδα στη Βρετανία για εργασία και επιθυμούσαν αξιόπιστους ανθρώπους για τα παιδιά τους, με άρωμα πατρίδας.

Καλό όνομα

Σταδιακά οι Ελληνίδες έβγαλαν καλό όνομα. Κέρδισαν τη φήμη ότι ξέρουν από νοικοκυριό, ότι είναι καθαρές, τρυφερές και με υψηλό μορφωτικό επίπεδο. Οι περισσότερες, άλλωστε, έχουν κάποιο πτυχίο και μιλούν αγγλικά. Έτσι, λοιπόν, άρχισαν να έχουν ζήτηση και σε αμιγώς βρετανικές οικογένειες. Επιπλέον, τις ζητούσαν Ιταλοί, Ισπανοί και άλλες εθνικότητες που ζούσαν στο Λονδίνο και είχαν οικονομική άνεση, έτσι ώστε να μπορούν να απευθυνθούν σε κάποιο ακριβό γραφείο, προσφέροντας ένα ικανοποιητικό ποσό.

Το πρακτορείο Greek nannies επιβεβαιώνει ότι οι Ελληνίδες νταντάδες και οικιακές βοηθοί κάνουν θραύση πια και σε άτομα που έχουν συναναστραφεί Έλληνες, που έχουν ταξιδέψει στη χώρα μας και την έχουν αγαπήσει. Εκτιμούν ιδιαίτερα το ταμπεραμέντο και τη μαγειρική μας. Οι Έλληνες, εξάλλου, μιλούν συνήθως αγγλικά, οπότε έχουν συγκριτικό πλεονέκτημα σε σχέση με γυναίκες άλλων εθνικοτήτων που διεκδικούν τις ίδιες θέσεις εργασίας.

Το γραφείο είχε πάνω από 350 κυρίες εγγεγραμμένες. Κάποιες από αυτές ζουν ακόμα στην Ελλάδα και έχουν αποφασίσει να κάνουν το άλμα. Ένα άλλο εξειδικευμένο γραφείο είναι το little ones, όπου η αμοιβή για μία νεαρή εργαζόμενη μπορεί να φτάσει μέχρι και τα 3.000 ευρώ, ανάλογα με τα προσόντα της.

Δύο ηλικιακές ομάδες

Υπάρχουν δυο μεγάλα ηλικιακά γκρουπ υποψηφίων προς εξαγωγή νταντάδων. Το πρώτο αφορά νεότερες κοπέλες, οι οποίες έχουν συνήθως πτυχία παιδαγωγικών, νοσηλευτικής και ψυχολογίας. Το δεύτερο γκρουπ αφορά μεγαλύτερες κυρίες, που έχουν μεγαλώσει τα δικά τους παιδιά και διαθέτουν σχετική πείρα και οι οποίες είναι και καλές μαγείρισσες.

Όλες ανεξαιρέτως οι υποψήφιες επιλέγονται από τα ειδικά γραφεία μετά από διαδικασία αυστηρού ελέγχου. Ούτε η Βρετανία, όμως, είναι ο μοναδικός προορισμός του κύματος αυτού, ούτε η φύλαξη παιδιών η μοναδική εργασία. Πολλές γυναίκες μεταναστεύουν στη Γερμανία, ακόμη και στο Ντουμπάι, προκειμένου να εργαστούν ως νταντάδες, αλλά και ως οικιακοί βοηθοί σε κάποια εύπορη οικογένεια. Ο χαμηλότερος μισθός είναι 1.000 ευρώ και μπορεί να φτάσει τα διπλάσια.

Η Έλενα ζει στην Ελβετία, όπου φροντίζει ένα παιδάκι. «Μένω στο σπίτι, όπου έχω το δικό μου δωμάτιο, το οποίο περιλαμβάνει και ένα μικρό μπάνιο. Έχω αναλάβει τα παιδιά, αλλά και τα οικιακά. Ο μισθός μου είναι 1.500 ευρώ μηνιαίως και ασφάλιση. Έχω ρεπό μία ημέρα την εβδομάδα. Μου καλύπτουν, επίσης, τρία αεροπορικά εισιτήρια τον χρόνο για να επισκέπτομαι την οικογένειά μου».

Η Έλενα μπορεί να φρόντιζε με περισσή αγάπη το παιδί της ξένης οικογένειας, αλλά είχε αφήσει πίσω τη δική της κόρη. «Μου λείπει κάθε μέρα που περνάει. Θα επιστρέψω σύντομα, αλλά αυτή τη στιγμή με τα χρήματα που κερδίζω η κόρη μου μπορεί να πηγαίνει φροντιστήριο και να της καλύπτω τα έξοδά της, κάτι που δεν γινόταν παλαιότερα. Ευτυχώς η μητέρα μου έχει αναλάβει τη φροντίδα της» είχε πει. Πριν εγκαταλείψει την Ελλάδα είχε απευθυνθεί σε γραφείο για να βρει αντίστοιχη εργασία εδώ. «Μου έδιναν τα μισά και με αυτά δεν μπορούσα να τα βγάλω πέρα».

Και στην άλλη άκρη του Ατλαντικού

Στο γραφείο imperial nannies είχε παρατηρηθεί μία αύξηση και στην προσφορά και στη ζήτηση Ελληνίδων. «Είτε πρόκειται για κοπέλες που θα φροντίσουν παιδιά, είτε το νοικοκυριό, έχουμε λάβει τον τελευταίο χρόνο παραπάνω από 1000 βιογραφικά Ελληνίδων». Το ίδιο συνέβαινε και στο γραφείο ευρέσεως εργασίας της Ελένης Βαηνά που είχε λάβει περισσότερα από 10.000 βιογραφικά ανθρώπων που αναζητούν οποιαδήποτε δουλειά.

Μεταξύ αυτών πολλές ήταν οι ενδιαφερόμενες να εργαστούν στο εξωτερικό ως νταντάδες ή οικιακές βοηθοί. Υπήρχαν, όμως, και περιπτώσεις γυναικών που πηγαίνουν στην άλλη άκρη του Ατλαντικού. Η Ελευθερία Δρακονταϊδή εργάστηκε ως νταντά στη Νέα Υόρκη. Η ίδια ισχυρίζεται ότι οι Ελληνίδες είναι γνωστές για το νοικοκυριό τους, αλλά και για την παραδοσιακή αντίληψή τους ως προς την οικογένεια. Αυτά είναι στοιχεία ελκυστικά για τις οικογένειες που αναζητούν βοήθεια.

Η αγορά των οικιακών βοηθών, που συμπεριλαμβάνει και τη φροντίδα για βρέφη, παιδιά και ηλικιωμένους, ήταν και παραμένει μια ιστορία μετανάστευσης. Το γεγονός ότι ολοένα και περισσότερες Ελληνίδες παίρνουν τον δρόμο της ξενιτιάς για να εργαστούν ως νταντάδες και οικιακές βοηθοί καταδεικνύει με τον πιο εύγλωττο και δραματικό τρόπο την αντιστροφή που έχει προκαλέσει στην ελληνική κοινωνία η οικονομική κρίση.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.