ΛΟΝΔΙΝΟ: Ενημερωτική διάλεξη με θέμα «Κυπριακή Λεξικογραφία»

Οι τακτικοί φίλοι του Ελεύθερου Πανεπιστημίου για την ομογένεια του Λονδίνου, συμμετείχαν με μεγάλο ενδιαφέρον στην  πολύ ενημερωτική  διάλεξη της καθηγήτριας  Μαριάννας Κατσογιάννου με θέμα  «Κυπριακή Λεξικογραφία».

Καλωσορίζοντας την ομιλήτρια ο Γραμματέας της Ελληνικής Κυπριακής Αδελφότητας Ανδρέας Καραολής  είπε  ότι η Μαριάννα Κατσογιάννου  γεννήθηκε στην Αθήνα.  Σπούδασε Ελληνική και Γαλλική Γλώσσα και Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές μου σπουδές στη Γαλλία. Σπούδασε Γλωσσολογία  και Γλωσσική Μηχανική (D.E.S.S., 1994) και έλαβε το Διδακτορικό της Δίπλωμα από το Τμήμα Θεωρητικής και Τυπικής Γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου του Παρισιού VII – Denis Diderot το 1995. Εργάστηκε στην Ελληνική πρεσβεία στη Γαλλία (1985-1990) ι για το Ινστιτούτο Επεξεργασίας του Λόγου (ILSP) στην Ελλάδα. Εργάστηκε ως Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου από το 2002. Το μεγαλύτερο μέρος της έρευνάς της τα τελευταία χρόνια επικεντρώθηκε στο λεξιλόγιο της Κυπριακής διαλέκτου, τα λεξικά και τη θεωρητική λεξικογραφία της Κύπρου. Η πιο πρόσφατη ερευνητική της  εργασία αφορά το CySlang (www.slang.com ), ένα διαδικτυακό Κυπριακό λεξικό.

 Αφετηρία της κυπριακής λεξικογραφίας είναι το έργο του Αθανάσιου Σακελλαρίου Ἡ ἐν Κύπρῳ γλῶσσα, που εκδόθηκε το 1868 στην Αθήνα και πιθανότατα είναι η πρώτη έκδοση ελληνικού διαλεκτικού λεξικού. Πιο γνωστή όμως είναι η επαυξημένη (10.300 λήμματα) δεύτερη έκδοση του ίδιου λεξικού, που έγινε το 1891. Στην ίδια περίοδο ανήκουν και αρκετά άλλα έργα που όμως δεν είχαν την τύχη να εκδοθούν όσο οι συγγραφείς τους ήταν εν ζωή. Χαρακτηριστικό της εποχής είναι ότι η συλλογή και η επεξεργασία του γλωσσικού υλικού συνδυάζεται συστηματικά με άλλα ενδιαφέροντα, κυρίως λαογραφικά, σε σχέση με τα οποία γίνονται αντιληπτές βασικές έννοιες της λεξικογραφικής θεωρίας, όπως η κατάρτιση του λημματολογίου και η πληρότητα του λεξικού. Σε σχέση με το περιεχόμενο των λεξικών, η στάση αυτή επηρεάζει την επιλογή και στη σύνταξη των λημμάτων, οδηγώντας σε μία μεικτή μορφή λεξικού που δεν επιτρέπει να διαχωρίσουμε το λεξικό γλώσσας από το εγκυκλοπαιδικό, εφόσον το τελικό προϊόν συγκεράζει πληροφορίες και των δύο επιπέδων‍. Η πιο πάνω αντιμετώπιση δεν χαρακτηρίζει μόνο τα πρώιμα έργα της κυπριακής λεξικογραφίας, αντίθετα δημιουργεί ένα διαχρονικό πρότυπο, εδραιώνοντας μία παράδοση που θα επηρεάσει όλη τη μετέπειτα παραγωγή με αποτελέσματα που, όπως θα δούμε στη συνέχεια, παραμένουν ορατά ακόμη και σήμερα.

Συνοπτικά, μπορούμε να πούμε ότι στη διάρκεια αυτής της περιόδου τέθηκαν οι βάσεις της κυπριακής λεξικογραφίας με χαρακτηριστικά γνωρίσματα τη σύνδεση με άλλες επιστήμες (λαογραφία και ιστορία) και τη στενή σχέση με την Ελλάδα, η ένωση με την οποία ήταν εκείνη την εποχή ο κυριότερος στόχος στις εθνικές βλέψεις των Ελληνοκυπρίων. Θεσμοί όπως η Γλωσσική Εταιρεία, το Σπουδαστήριο Λαογραφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και το Ιστορικό Λεξικό της Ακαδημίας Αθηνών υποστήριξαν σε μεγάλο βαθμό τις προσπάθειες λεξικογράφησης της κυπριακής, ενώ τα περισσότερα από τα χειρόγραφα που διαθέτουμε σήμερα συντάχτηκαν με σκοπό είτε την ένταξή τους στο Ιστορικόν Λεξικόν της Νέας Ελληνικής είτε τη συμμετοχή των συγγραφέων σε γλωσσικούς διαγωνισμούς.

Η ενθουσιώδης αρχή της κυπριακής λεξικογραφίας ακολουθείται από μια μεγάλη περίοδο «σιωπής» που καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος του 20ου αιώνα και συμπίπτει, στον χώρο των κοινωνικών και πολιτικών εξελίξεων, με την περίοδο της αγγλοκρατίας:  η μοναδική έκδοση λεξικογραφικού χαρακτήρα που βρίσκουμε στα 82 αυτά χρόνια έγινε το 1936 στην Αθήνα και αντιπροσωπεύεται από το έργο του Κυριάκου Χατζηιωάννου Περὶ τῶν ἐν τῇ μεσαιωνικῇ καὶ νεωτέρᾳ κυπριακῇ ξένων γλωσσικῶν στοιχείων, που όμως δεν είχε γραφτεί ως βιβλίο, αλλά ως διδακτορική διατριβή. Η ίδια η λέξη «λεξικό» απουσιάζει από τον τίτλο του έργου, παρόλο που στον πρόλογο αναφέρεται ότι «Διὰ τῆς ἐκδόσεως τῆς παρούσης διατριβῆς προσφέρομεν τὴν πρώτην συστηματικὴν ἐπιστημονικὴν συμβολὴν εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ πλήρους Λεξικοῦ τῆς κυπριακῆς διαλέκτου» και δηλώνεται πόσο χρήσιμο θεωρεί ότι θα ήταν ένα τέτοιο λεξικό: «Ἡ ἔκδοσις τοιούτου Λεξικοῦ […] ἐπείγει καὶ δι’ ἄλλους λόγους, ἀλλά καὶ διὰ τὸν λόγον ὅτι “τὰ διαλεκτικὰ στοιχεῖα ἐκτοπίζονται ὁσημέραι γοργότερον ὑπὸ τῆς νεοελληνικῆς Κοινῆς”. […] Ἓν τοιοῦτον ἔργον, ἐκδιδόμενον μετὰ μακρᾶς καὶ διαφωτιστικῆς εἰσαγωγῆς, ἔχει νὰ προσφέρῃ πολλὰ εἰς τὴν ἐπιστήμην καὶ δικαίως ἡ Κύπρος θὰ σεμνύνεται δι’ αὐτό». Παρόλα αυτά ο συγγραφέας καταλήγει λέγοντας «τοῦτο ἄλλοις μελέτω», χωρίς να περεταίρω σχόλια.

Η έλλειψη πηγών δεν επιτρέπει να σχηματίσουμε σαφή εικόνα για το αν η αδιαφορία για τη λεξικογραφία οφείλεται στη γλωσσική πολιτική της αποικιακής κυβέρνησης ή σε ιδεολογικο-πολιτικούς λόγους, δηλαδή στην ιδέα ότι η κυπριακή δεν διαφέρει τόσο από την υπόλοιπη ελληνική γλώσσα ώστε να χρειάζεται ανεξάρτητη επιστημονική μελέτη (και επομένως και λεξικογράφηση), ιδέα ιδιαίτερα διαδεδομένη ακόμη και σήμερα.

Τα λεξικά της ανεξάρτητης Κύπρου

Με κριτήριο την αλλαγή στον τόπο έκδοσης, μπορούμε να ορίσουμε την τομή ανάμεσα στις δύο περιόδους της κυπριακής λεξικογραφίας, θεωρώντας ότι η δεύτερη περίοδος εγκαινιάζεται το 1979, με την πρώτη έκδοση λεξικού που γίνεται στην Κύπρο (Λευκωσία), συγκεκριμένα ένα από τα γλωσσάρια του ΚΕΕ, το Γλωσσάριον Γεωργίου Λουκᾶ, με επιμέλεια της Θεοφανώς Κυπρή. Από την ημερομηνία αυτή και μετά οι εκδόσεις γίνονται κατά κανόνα εντός Κύπρου, ενώ παράλληλα αυξάνεται ο ρυθμός έκδοσης και φυσικά και ο αριθμός των λεξικών. 

Μετά το 1979 ακολουθούν ακόμη δύο εκδόσεις του ΚΕΕ, συγκεκριμένα το Γλωσσάριον Ξενοφῶντος Π. Φαρμακίδου το 1983 και το Γλωσσάριον Ἰωάννου Ἐρωτοκρίτου το 1989. Η σειρά των δημοσιεύσεων αυτών εντάσσεται σε ένα ευρύτερο εκδοτικό σχέδιο, το οποίο έχει στόχο τη διάσωση υλικού ανέκδοτου που συγκεντρώθηκε κατά την προηγούμενη περίοδο‍.

Παράλληλα με την έκδοση των γλωσσαρίων του ΚΕΕ, αρχίζουν να εμφανίζονται και τα πρώτα σύγχρονα λεξικά της κυπριακής, με ένα βασικό γνώρισμα την τάση για αυτοέκδοση ή για έκδοση μέσω μικρών εκδοτικών οίκων, που δεν είναι ιδιαίτερα γνωστοί και ενδεχομένως ιδρύονται ad hoc από τον ίδιο τον συγγραφέα. Το αδύνατο σημείο της αυτοέκδοσης είναι ότι σπάνια παρέχει εγγυήσεις για την αξιοπιστία των προϊόντων της, ιδιαίτερα μάλιστα όταν ο συντάκτης δεν είναι ειδικός του αντικειμένου. Αντίστοιχα προβλήματα αναφέρονται γενικότερα στην ιστορία της λεξικογραφίας: π.χ. οι Barbato & Varvaro (2004: 430, 432) υπογραμμίζουν ότι ήταν συχνό να συντάσσονται τα λεξικά τοπικών διαλέκτων από άτομα χωρίς ειδική εκπαίδευση, των οποίων τα μόνα προσόντα ήταν ο ενθουσιασμός και η γνώση της διαλέκτου. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα περισσότερα από τα έργα που έχουν εκδοθεί με τον τρόπο αυτό περιέχουν λανθασμένες εσωτερικές παραπομπές, ορθογραφικά και τυπογραφικά λάθη, ακόμη και λάθη στην αλφαβητική κατάταξη των λημμάτων, ενώ παράλληλα υστερούν σε εμφάνιση, σε μορφοποίηση και γενικότερα στα «εξωτερικά» τους χαρακτηριστικά. Δεν είναι σπάνιο τα λήμματα να μην διακρίνονται από το ερμήνευμα (με έντονα στοιχεία ή με άλλο τρόπο), το υλικό να παρουσιάζεται χωρίς ταξινόμηση σε στήλες – ενώ υπάρχουν ακόμη και (ένα ή δύο) λεξικά με άσχετη προς το περιεχόμενό τους εικονογράφηση, π.χ. φωτογραφίες από ζωγραφικά έργα. Τα μειονεκτήματα αυτά οφείλονται πρωτίστως στο γεγονός ότι οι εκδόσεις έχουν γίνει χωρίς τη συμμετοχή επαγγελματιών σε θέματα εκδοτικής και τυπογραφικής επιμέλειας και δευτερευόντως στο ότι τέτοιες δραστηριότητες δεν είδαν ποτέ ιδιαίτερη άνθιση στην Κύπρο.

Παρόλα αυτά, είναι σαφές ότι έχουμε να κάνουμε με μία νέα περίοδο της κυπριακής λεξικογραφίας, κατά την οποία, όπως προαναφέρθηκε, αυξάνονται οι εκδόσεις λεξικών, ενώ παράλληλα αρχίζει να καλλιεργείται το ενδιαφέρον για την ομιλούμενη γλώσσα. Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στο έργο του Κωνσταντίνου Γιαγκουλλή, στον οποίο οφείλουμε το ένα τρίτο σχεδόν των μέχρι σήμερα εκδοθέντων λεξικών – 14 από τα 45 αν μετρήσουμε όλες τις επανεκδόσεις, έστω κι αν υπάρχει σημαντική επικάλυψη στο υλικό από τη μια έκδοση στην επόμενη. Παρά τα όποια μεθοδολογικά μειονεκτήματα, η σειρά των λεξικών του συγγραφέα αυτού αντιπροσωπεύει μια πρωτοποριακή για την εποχή της προσέγγιση στον χώρο των κυπρολογικών μελετών, ιδιαίτερα αν συγκριθεί με άλλα λεξικά της ίδιας περιόδου που υστερούν σημαντικά στην οργάνωση, παρουσίαση, αλλά και σημασιολογική επεξεργασία του περιεχομένου τους. Η πραγματική προσφορά του δεν συνίσταται μόνο στη λεξικογραφική επεξεργασία του υλικού, αλλά και στο ίδιο το γεγονός της συγκέντρωσης και της έκδοσής του.

Η αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών 

Το 2008 εμφανίστηκε στο διαδίκτυο το πρώτο ηλεκτρονικό λεξικό της κυπριακής διαλέκτου με τον τίτλο ΒικιπριακάΓουικιπριακά) και URL http://wikipriaka.com/, βασισμένο σε εφαρμογή του ιδρύματος Wikimedia. Παρόλο που οι υπεύθυνοι του έργου‍ δεν φαίνεται να έχουν λεξικογραφική κατάρτιση, είναι σημαντικό ότι το έργο διατίθεται δωρεάν χωρίς περιορισμούς για τους χρήστες, οι οποίοι μπορούν να το συμβουλευτούν, αλλά και να το εκτυπώσουν ή να το αποθηκεύσουν σε ψηφιακή μορφή. Το ίδιο ισχύει και για το έργο του Αντρέα Αντρέου Κυπριακές και Ελληνογενείς Λέξεις της Κυπριακής Τοπολαλιάς που αναφέρεται από το Βικιπριακά ως πηγή και παρατίθεται σε μορφή pdf, ενώ εντοπίζεται και ανεξάρτητα σε μία ή δύο ακόμη ιστοσελίδες. 

Η ογκωδέστερη συλλογή δεδομένων σε ηλεκτρονική μορφή με πρώτιστο στόχο τη δημιουργία όχι απλού λεξικού, αλλά λεξικογραφικών πόρων που θα μπορούν να επαναχρησιμοποιηθούν και να αξιοποιηθούν σε μεταγενέστερες έρευνες, είναι οι Συντυσ̌ιές («κουβέντες»), τίτλος ερευνητικού προγράμματος και μετέπειτα ιστοσελίδας που δημιουργήθηκε από τετραμελή ομάδα εργασίας και φιλοξενείται από το 2011 στο http://lexcy.library.ucy.ac.cy/ της βιβλιοθήκης του Πανεπιστημίου Κύπρου. Πρόκειται για μία βάση δεδομένων που επικεντρώνεται στον εντοπισμό του λεξιλογίου της σύγχρονης κυπριακής διαλέκτου, της οποίας περιέχει 13000 κύρια λήμματα με 4000 μορφοφωνολογικές ή ορθογραφικές παραλλαγές. Εκτός από την επιλογή του λημματολογίου που περιέχει όλο το βασικό λεξιλόγιο της διαλέκτου χωρίς να αποφεύγει τις λέξεις που απαντούν και στην κοινή, η καινοτομία του προγράμματος ήταν ότι συνδυάστηκε με τη δημιουργία λογισμικού που επιτρέπει την ανάγνωση των λημμάτων με ήχο «ανθρώπινης» φωνής. Οι Συντυσ̌ιές δεν συνεχίστηκαν για οικονομικούς λόγους, παρόλα αυτά θεωρούμε ότι θα μπορούσαν να αποτελέσουν έργο αναφοράς για τη μελέτη της κυπριακής διαλέκτου, καλύπτοντας ένα πραγματικό έλλειμα, τόσο στον χώρο της λεξικογραφίας, όσο και στο επίπεδο της χρήσης των νέων τεχνολογιών.

Το πιο πρόσφατο τεχνολογικό προϊόν της κυπριακής λεξικογραφίας είναι το http://www.cyslang.com, πολυμεσικό διαδικτυακό λεξικό που βασίστηκε σε πρωτογενή έρευνα και περιλαμβάνει αποκλειστικά λαϊκές, νεανικές και αργκοτικές λέξεις και εκφράσεις της σύγχρονης ομιλούμενης κυπριακής. Ο ιστοχώρος, που λειτουργεί από 2016, φιλοξενεί λίγο περισσότερα από 1.300 λήμματα, η πλειονότητα των οποίων δεν έχει καταγραφεί σε κανένα άλλο λεξικό της κυπριακής. Παρά τη χιουμοριστική του διάσταση – ή ίσως ακριβώς χάρη σε αυτήν – το cyslang κατόρθωσε να προσελκύσει εκατοντάδες χιλιάδες χρηστών σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, παρόλο που ο δισταγμός του κοινού για συμμετοχή σε πληθοποριστικά έργα είναι ακόμη πολύ μεγάλος.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

w

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.