Η συναλλαγή με το κατοχικό καθεστώς είναι παράνομη ακόμα;

Γράφει ο Άριστος Μιχαηλίδης

Τι συγκινητικά λόγια ακούσαμε για την ιστορία του Νικόλα Σκουρίδη, που αποφάσισε να πάει να κτίσει σπίτι στο χωριό του στον Λάρνακα της Λαπήθου και να εγκατασταθεί εκεί. Βγήκε ο άνθρωπος στις εφημερίδες, στις τηλεοράσεις, στα ραδιόφωνα, κι εξηγούσε με αθωότητα την απόφασή του σαν να κι έκανε το πιο φυσιολογικό πράγμα. Και οι δημοσιογράφοι όλο συγκίνηση κι αυτοί με τη σειρά τους, του έδιναν ευχές για να πραγματοποιήσει τον στόχο του, τον παίνευαν που πήρε τέτοια απόφαση και τρέχαν από τα ΜΜΕ τα μέλια και οι ρομαντισμοί.

Μα, κάνει κάτι τόσο σπουδαίο! Θα πάει να ζήσει στο χωριό του κι ας το πατούν οι ξένοι. Μάλλον, ο ίδιος δεν το βλέπει έτσι ακριβώς, αλλά φαίνεται πως κι οι υπόλοιποι έχουμε χάσει εντελώς την επαφή με την πραγματικότητα.

Διότι, αν όχι, θα ξέραμε ότι αν σε προσωπικό επίπεδο η ενέργεια του πρόσφυγα Σκουρίδη έχει ρίσκο και χρειάζεται τόλμη, σε επίπεδο συλλογικό, πολιτικό και εθνικό, η επιστροφή προσφύγων υπό τουρκική διοίκηση είναι η τελεσίδικη διαγραφή του προβλήματός μας. Όχι η λύση του, αλλά η συνειδητή διαγραφή του, το σβήνουμε μόνοι μας από τον πίνακα και κάνουμε πως δεν υπάρχουν κατοχικά στρατεύματα, διότι συνηθίσαμε να ζούμε δίπλα τους, τώρα θα συνηθίσουμε να ζούμε και υπό τη διοίκησή τους.

Το μεγάλο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση έγινε με την κοινωνικοποίηση της κατοχής, που ξεκίνησε με το άνοιγμα των οδοφραγμάτων, μέσω των οποίων έγινε πράξη η κατάρα του Ραούφ Ντενκτάς, που επέμενε να λέει πως το Κυπριακό θα λυθεί όταν οι Ελληνοκύπριοι αποδεχτούν τις πραγματικότητες. Το επόμενο βήμα είναι η εγκατάσταση προσφύγων υπό τουρκική διοίκηση και σε αυτό αποσκοπούσε η προ μηνών πρόσκληση του κατοχικού καθεστώτος προς τους Μαρωνίτες να εγκατασταθούν στα χωριά τους. Στην ίδια πολιτική διαγραφής του προβλήματος της κατοχής θα είναι και η αναμενόμενη πρόσκληση προς τους Βαρωσιώτες να εγκατασταθούν υπό τουρκική διοίκηση.

Σε αυτό το πλαίσιο, η απόφαση του Σκουρίδη να αποταθεί στις κατοχικές αρχές και να πάρει άδεια να κτίσει σπίτι στο κατεχόμενο χωριό του, μπορεί σε πρώτη ανάγνωση να εντυπωσιάζει (ίσως και να συγκινεί) η ατομική πράξη, αλλά υπάρχει και δεύτερη ανάγνωση. Η οποία αφορά τη συλλογική στάση των Ελληνοκυπρίων απέναντι στην κατοχή, αλλά κυρίως τη στάση του κράτους. Το οποίο, όπως σε όλες τις δύσκολες περιπτώσεις, κρύβεται. Δεν έχει πολιτική, δεν έχει αποφάσεις, δεν έχει μελέτες για να πει στον λαό ποιο είναι το σωστό και ποιο το λάθος. Με αποτέλεσμα το Κυπριακό να λύνεται υπογείως, χωρίς τη συμμετοχή του κράτους και της ηγεσίας. Δεν υπάρχει καμιά ουσιαστική κρατική παρέμβαση για το εμπόριο με τα κατεχόμενα, καμιά για τις διακοπές στα κατεχόμενα ξενοδοχεία, καμιά για τις ανταλλαγές περιουσιών είτε μέσω της Επιτροπής Αποζημιώσεων είτε με ατομικές πράξεις. Καμιά για το ότι κρατικός αξιωματούχος αφυπηρετεί και την επόμενη μέρα εργοδοτείται σε παράνομο πανεπιστήμιο στα κατεχόμενα. Κι αυτά προστιθέμενα στη μόνη πολιτική που υπάρχει, που είναι η πολιτική των θεάτρων, κυριολεκτικά και μεταφορικά, που δημιουργεί την εντύπωση της ομαλοποίησης και της αθώας συναλλαγής (αθώα συναλλαγή με τον κατακτητή;) δημιουργεί έδαφος και για τους πολίτες να πράττουν αναλόγως. Επομένως, ουδείς μπορεί να κατηγορήσει τον Νικόλα Σκουρίδη, αφού η πράξη του ταυτίζεται με το πλαίσιο που δημιούργησε το κράτος και η κοινωνία. Αλλά, είναι λογικό υπό αυτές τις συνθήκες, το κράτος να μην έχει άποψη; Να μην έχει πολιτική για να καθοδηγήσει τους πολίτες του; Αν αύριο, δηλαδή, το κατοχικό καθεστώς καλέσει τους Βαρωσιώτες να επιστρέψουν υπό τουρκική διοίκηση, ξέρει το κράτος ή η πολιτική ηγεσία τι πρέπει να γίνει; Ξέρει ότι αυτό θα είναι η τελική «λύση» του Κυπριακού;

Είναι γι’ αυτό που το προσφυγικό πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ούτε ατομικά, ούτε χωροταξικά. Όποιος αποφασίσει να πάει να ζήσει υπό κατοχική διοίκηση μπορεί να έχει το δικαίωμα της επιλογής του, αλλά δεν μπορεί να μην λάβει κάποιο σαφές και έμπρακτο μήνυμα από το νόμιμο κράτος, ώστε τουλάχιστον οι ενέργειές του να μην έχουν αντίκτυπο σε όλους τους άλλους πρόσφυγες, που δεν κάνουν το ίδιο. Εξάλλου, όλες οι κατεχόμενες περιουσίες νομικά είναι στα χέρια του νόμιμου κράτους, δεν τις εκχώρησε στο παράνομο καθεστώς για να τις διαχειρίζεται. Επομένως, η συναλλαγή με το κατοχικό καθεστώς είναι πολιτική πράξη και είναι παράνομη, δεν μπορεί να την αντιμετωπίζουμε ως να είναι κανένα ρομάντζο.

Άριστος Μιχαηλίδης, “Φ”

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.