Θα σας πάρωμεν τις λέξεις μας

Όταν ήμουν νέος έγραψα ένα ποίημαν το οποίον βαθμολογήθηκε κάτω από τη βάση από την τότε Κριτική Επιτροπή Γραμμάτων. Το ποίημαν είχε τίτλο «Απειλή» κι έλεγε:

Ή θα βάλετε μυαλό

ή θα σας πάρωμεν πίσω

τας λέξεις μας

και θα ξαναγίνετε

κωφάλαλοι.

Με κάλεσε στο γραφείο του ο ίδιος ο υπουργός της Παιδείας.

– Γαμώτο, μου είπε, ποιους απειλείς;

– Μα τους ξένους, κύριε Υπουργέ.

– Ακόμα χειρότερα, μου λέει, εμείς τους δώσαμε τις λέξεις μας αλλά αυτοί είναι που μας εξηγούν το νόημάν τους!

Fuck, του λέω, δεν το σκέφτηκα, θα πρέπει να το αποσύρω.

– Και όχι μόνον, μου λέει. Να παραιτηθείς.

– Νομίζετε; του λέω. Να παραιτηθώ από τι;

– Από λογοτέχνης, μου λέει, και ν’ αυτοκτονήσεις κιόλας αν σου βαστά… Δεν γίνεται να προσβάλλεις μ’ αυτόν τον τρόπο εκείνους που ανέδειξαν τον πολιτισμό των προγόνων μας για νά μπορούμε εμείς σήμερα να λέμε «οι μεγάλοι μας πρόγονοι» και να διαφύγεις ατιμώρητος!

Έφυγα με κατεβασμένα τα μούτρα και σκέφτομουν σοβαρά την εισήγηση του Υπουργού.

Πέρασαν τα χρόνια κι εγώ δεν το αποφάσιζα να εγκαταλείψω τα εγκόσμια ή τουλάχιστο να πάψω να γράφω ποιήματα και άλλα τινά λογοτεχνικά  και να βλάπτω τα Γράμματά μας. Παρηγοριόμουν πως μια μέρα θα έγραφα ένα καλύτερο ποίημαν, που θα έπαιρνε 20 με τόνο και θα ξεχνιόταν το αμάρτημά μου.

Μέχρι που συναντήθηκα μια μέρα με τον Υπουργό στον δρόμο. Ήταν συνταξιούχος πια και περπάταγε με το μπαστούνι για άσκηση, να ζήσει κι άλλο.

– Εγώ σου τά ’λεγα, μου είπε.

– Τι, του λέω, επιμένετε ακόμα να κόψω τον λαιμό μου;

– Ούτε που παρακολουθείς τι γίνεται, μου λέει κι έκαμε έτσι με το μπαστούνι να μου τη δώσει από πάνω. Έκαμα ένα βήμα πέρα κα την έφαγα ξυστά στον ώμο.

– Μαλάκα, μου λέει, οι ξένοι εκδικήθηκαν!

Δεν είχα ιδέα τι έγινε.  Από τότε που  ο Άριστος Μιχαηλίδης απείλησε τον εφημεριδοπώλη να του κόψει τα πόδια αν μου ξαναφέρει τον «Φιλελεύθερο», έμεινα ντιπ ανενημέρωτος.

– Μαλάκα, μου ξαναλέει, αντί να τους τις πάρουμε εμείς, μας πήραν εκείνοι τις λέξεις μας. Θα μείνουμε εμείς τώρα κωφάλαλοι!

Πήρε τέτοιο ύφος, αναψοκοκκίνησε κι έτρεμε ολόκληρος, που αν γύριζε ξανά το μπαστούνι θα ήμουν τελειωμένος. Έκανα δυο βήματα πίσω.

– Δηλαδή; του λέω.

– Δηλαδή απαγορεύεται να λέμε «κατοχή», «ελεύθερα εδάφη», «Αττίλας», «έποικοι»… Πήγαινε να τα βρεις όλα, μαλάκα, να τα διαβάσεις. Ευτυχώς που αυτοί τη φορά βρέθηκαν τίμιοι άνθρωποι να παραιτηθούν!

– Μπα! του λέω, και ποιοι είναι αυτοί που παραιτήθηκαν;

Άμα άρχισε να μου αραδιάζει τα ονόματα εκείνων που παραιτήθηκαν, δεν άντεξα άλλο. Του άρπαξα το μπαστούνι και τον έβαλα μπροστά να τρέχει όλη την ανηφόρα της Μακαρίου ως το παλιό ΓΣΠ. Εκεί σταμάτησε ξέπνοος στη μέση του πάρκινγκ του  πολυθρύλητου ΘΟΚ. Οι γιγαντιαίες αφίσες του ανάγγελλαν και νέο κύκλο παραστάσεων του έργου Cock, Βίλλος, του πολυβραβευμένου Άγγλου συγγραφέως Μάικ Μπάρτλετ, αστέρα της τηλεόρασης και του σινεμά! Πέταξα στον υπουργό από μακριά το μπαστούνι, και του φώναξα:

– Μαλάκα, αυτοί που παραιτήθηκαν είναι οι ίδιοι που έφτιαξαν το λεξιλόγιο, οι ίδιοι που μας φώναζαν από τον καιρό του Μακαρίου ότι οι Τούρκοι είναι αδελφοί μας, οι ίδιοι που έβριζαν την Ελλάδα και ήθελαν να διώξουν από την Κύπρο την Ελληνική Δημοκρατία και την Ελληνική Μεραρχία, οι ίδιοι που έσφαξαν στο πόδι τον Μόντη όταν τους τα έλεγε με το νι και με το σίγμα, και τώρα μου τους φέρνεις για παράδειγμα; Μα-λά-κα, ε μαλάκα!

Άντης Ροδίτης

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.